Σχόλιο για τη νομοθεσία σχετικά με τη χορήγηση ασύλου

         Το ΙΜΔΑ εκφράζει την έντονη ανησυχία του σχετικά με το νομικό πλαίσιο εξέτασης των αιτημάτων χορήγησης ασύλου, μετά την πρόσφατη τροποποίησή του με το π.δ. 81/2009, με το οποίο τροποποιήθηκε το ήδη προβληματικό π.δ. 90/2008. Με τα διατάγματα αυτά ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2005/85/ΕΚ, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα.

          Πρόκειται για προφανή χειροτέρευση της νομοθεσίας για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου – που εκφράζει τη σημερινή ευρωπαϊκή τάση – αφού το υφιστάμενο πλέον νομικό πλαίσιο, όπως διαμορφώθηκε, δεν διασφαλίζει την σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας, αλλά και τις επιταγές της εσωτερικής έννομης τάξης, αντικειμενική και  δίκαιη κρίση των αιτημάτων αυτών.

          Η πιο χαρακτηριστική από τις δυσμενείς τροποποιήσεις που επέφερε το νέο π.δ. είναι η κατάργηση του δεύτερου βαθμού κρίσης των αιτημάτων.

          Μέχρι τη θέση σε ισχύ των τροποποιήσεων, τα αιτήματα ασύλου κρίνονταν σε πρώτο βαθμό από την Ελληνική Αστυνομία και σε δεύτερο βαθμό από 6μελή Επιτροπή με αποφασιστικήαρμοδιότητα. Η Επιτροπή αποτελούνταν από έναν εκπρόσωπο του ΝΣΚ, δύο εκπροσώπους του Υπουργείου Εξωτερικών (ένας της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας και ένας του Διπλωματικού Κλάδου) έναν εκπρόσωπο της Ελληνικής Αστυνομίας, ένα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ένα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.  Έτσι διασφαλιζόταν, τουλάχιστον σε δεύτερο βαθμό, η κρίση του αιτήματος από όργανο που παρείχε εγγυήσεις αμεροληψίας αλλά και επαρκούς ειδίκευσης, απαραίτητης για την εφαρμογή του προσφυγικού δικαίου. Κατά της απόφασης της Επιτροπής προβλεπόταν η δυνατότητα άσκησης Αίτησης Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

          Με το υφιστάμενο πλέον νομικό πλαίσιο, και μετά την κατάργηση του δεύτερου βαθμού κρίσης των αιτημάτων ασύλου, καθιερώθηκαν  ως αρμόδια όργανα για την κρίση των αιτημάτων οι Αστυνομικοί Διευθυντές των 52 Αστυνομικών Διευθύνσεων της χώρας, οι οποίοι κρίνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό το αίτημα ασύλου μετά από συμβουλευτική γνώμη τετραμελούς επιτροπής αποτελούμενης από έναν ανώτερο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας ως Πρόεδρο, έναν αξιωματικό ή ανθυπαστυνόμο της Ελληνικής Αστυνομίας, έναν υπάλληλο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Περιφέρειας και έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε για τους Πρόσφυγες.

           Η μόνη δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης απόρριψης του αιτήματος ασύλου που απομένει στον αιτούντα άσυλο είναι η Αίτηση Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ένδικο βοήθημα το οποίο δεν προχωρά  στον ουσιαστικό έλεγχο της κρίσης της Διοίκησης.

          Είναι λοιπόν προφανές, με βάση τα παραπάνω, ότι είμαστε μπροστά σε ένα σύστημα το οποίο όχι απλώς χειροτερεύει το προϊσχύον, αλλά δεν εγγυάται ούτε κατ’ ελάχιστο την αντικειμενική και δίκαιη κρίση του αιτήματός ασύλου και δεν διασφαλίζει το δικαίωμα για πραγματική προσφυγή.

          Έτσι όμως είναι ξεκάθαρο ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο πλέον έρχεται σε αντίθεση τόσο με την εθνική συνταγματική έννομη τάξη, όσο και με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, όπως αυτές απορρέουν από την ΕΣΔΑ αλλά ακόμα και την ίδια την κοινοτική Οδηγία 2005/85/ΕΚ.

          Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήγει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες η οποία, με ανακοίνωσή της (δημοσιευμένη στον ιστότοπό της : http://www.unhcr.gr/Press_Rel/31_2009_17July.htm) δηλώνει ότι θα απέχει από τη διαδικασία χορήγησης πολιτικού ασύλου καθώς αυτή, όπως διαμορφώθηκε, δεν εξασφαλίζει «επαρκώς μια δίκαιη και αποτελεσματική διαδικασία αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στην Ελλάδα σύμφωνα με τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομοθεσία.»

          Ελπίζουμε ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο θα επανεξεταστεί συντομότατα, καθώς αφενός εκτίθεται η χώρα μας διεθνώς και αφετέρου, και κυρίως, στερούνται  προστασίας πρόσφυγες που βρίσκονται σε  αυτήν.

Αθήνα 2 – 10 – 2009

Β.Λ.Α.