Σχόλιο για τη νομοθεσία σχετικά με τη χορήγηση ασύλου

         Το ΙΜΔΑ εκφράζει την έντονη ανησυχία του σχετικά με το νομικό πλαίσιο εξέτασης των αιτημάτων χορήγησης ασύλου, μετά την πρόσφατη τροποποίησή του με το π.δ. 81/2009, με το οποίο τροποποιήθηκε το ήδη προβληματικό π.δ. 90/2008. Με τα διατάγματα αυτά ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2005/85/ΕΚ, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα.

          Πρόκειται για προφανή χειροτέρευση της νομοθεσίας για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου – που εκφράζει τη σημερινή ευρωπαϊκή τάση – αφού το υφιστάμενο πλέον νομικό πλαίσιο, όπως διαμορφώθηκε, δεν διασφαλίζει την σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας, αλλά και τις επιταγές της εσωτερικής έννομης τάξης, αντικειμενική και  δίκαιη κρίση των αιτημάτων αυτών.

          Η πιο χαρακτηριστική από τις δυσμενείς τροποποιήσεις που επέφερε το νέο π.δ. είναι η κατάργηση του δεύτερου βαθμού κρίσης των αιτημάτων.

          Μέχρι τη θέση σε ισχύ των τροποποιήσεων, τα αιτήματα ασύλου κρίνονταν σε πρώτο βαθμό από την Ελληνική Αστυνομία και σε δεύτερο βαθμό από 6μελή Επιτροπή με αποφασιστικήαρμοδιότητα. Η Επιτροπή αποτελούνταν από έναν εκπρόσωπο του ΝΣΚ, δύο εκπροσώπους του Υπουργείου Εξωτερικών (ένας της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας και ένας του Διπλωματικού Κλάδου) έναν εκπρόσωπο της Ελληνικής Αστυνομίας, ένα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ένα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.  Έτσι διασφαλιζόταν, τουλάχιστον σε δεύτερο βαθμό, η κρίση του αιτήματος από όργανο που παρείχε εγγυήσεις αμεροληψίας αλλά και επαρκούς ειδίκευσης, απαραίτητης για την εφαρμογή του προσφυγικού δικαίου. Κατά της απόφασης της Επιτροπής προβλεπόταν η δυνατότητα άσκησης Αίτησης Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

          Με το υφιστάμενο πλέον νομικό πλαίσιο, και μετά την κατάργηση του δεύτερου βαθμού κρίσης των αιτημάτων ασύλου, καθιερώθηκαν  ως αρμόδια όργανα για την κρίση των αιτημάτων οι Αστυνομικοί Διευθυντές των 52 Αστυνομικών Διευθύνσεων της χώρας, οι οποίοι κρίνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό το αίτημα ασύλου μετά από συμβουλευτική γνώμη τετραμελούς επιτροπής αποτελούμενης από έναν ανώτερο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας ως Πρόεδρο, έναν αξιωματικό ή ανθυπαστυνόμο της Ελληνικής Αστυνομίας, έναν υπάλληλο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Περιφέρειας και έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε για τους Πρόσφυγες.

           Η μόνη δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης απόρριψης του αιτήματος ασύλου που απομένει στον αιτούντα άσυλο είναι η Αίτηση Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ένδικο βοήθημα το οποίο δεν προχωρά  στον ουσιαστικό έλεγχο της κρίσης της Διοίκησης.

          Είναι λοιπόν προφανές, με βάση τα παραπάνω, ότι είμαστε μπροστά σε ένα σύστημα το οποίο όχι απλώς χειροτερεύει το προϊσχύον, αλλά δεν εγγυάται ούτε κατ’ ελάχιστο την αντικειμενική και δίκαιη κρίση του αιτήματός ασύλου και δεν διασφαλίζει το δικαίωμα για πραγματική προσφυγή.

          Έτσι όμως είναι ξεκάθαρο ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο πλέον έρχεται σε αντίθεση τόσο με την εθνική συνταγματική έννομη τάξη, όσο και με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, όπως αυτές απορρέουν από την ΕΣΔΑ αλλά ακόμα και την ίδια την κοινοτική Οδηγία 2005/85/ΕΚ.

          Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήγει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες η οποία, με ανακοίνωσή της (δημοσιευμένη στον ιστότοπό της : http://www.unhcr.gr/Press_Rel/31_2009_17July.htm) δηλώνει ότι θα απέχει από τη διαδικασία χορήγησης πολιτικού ασύλου καθώς αυτή, όπως διαμορφώθηκε, δεν εξασφαλίζει «επαρκώς μια δίκαιη και αποτελεσματική διαδικασία αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στην Ελλάδα σύμφωνα με τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομοθεσία.»

          Ελπίζουμε ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο θα επανεξεταστεί συντομότατα, καθώς αφενός εκτίθεται η χώρα μας διεθνώς και αφετέρου, και κυρίως, στερούνται  προστασίας πρόσφυγες που βρίσκονται σε  αυτήν.

Αθήνα 2 – 10 – 2009

Β.Λ.Α.

Ημέρα των Προσφύγων, 20/6/2006

Ημέρα των Προσφύγων, 20/6/


Δελτίο Τύπου
Ημέρα των Προσφύγων
20/6/


Το Ίδρυμά μας με την ευκαιρία της Ημέρας των Προσφύγων (20/6/) συμμετέσχε ως μέλος της Επιτροπής Ευαισθητοποίησης των Νέων, του Γραφείου του ‘Υπατου Αρμοστή των ΗΕ για τους Πρόσφυγες (ΥΑΠ), στην εκδήλωση που έγινε χθες στο Κέντρο του Μείζονος Ελληνισμού, οδός Πειραιώς 254), με πρωτοβουλία του Γραφείου του ΥΑΠ Αθηνών.

Εισαγωγικό χαιρετισμό απηύθυνε και η Πρόεδρος του ΙΜΔΑ, το οποίον υπήρξε μαζί με το Γραφείο του ΥΑΠ αρχικός συνεργάτης του στην προ 11ετίας ίδρυσή του καθιερωθέντος, πλέον, θεσμού ετήσιας βράβευσης των καλύτερων κειμένων και έργων τέχνης μαθητών ελληνικών σχολείων πάνω σε θέμα (κάθε χρόνο διαφορετικό) που αφορά τους πρόσφυγες.

Εφέτος, κατά τις πληροφορίες του Γραφείου του ΥΑΠ, συμμετείχαν περίπου 200.000 μαθητές διαφόρων σχολείων από όλη την Ελλάδα και τα βραβευθέντα έργα ήταν αξιόλογου επιπέδου. Τις διορθώσεις πραγματοποίησαν η ΟΛΜΕ και η ΔΟΕ.

Η Πρόεδρος του ΙΜΔΑ τόνισε 4 κύρια σημεία:
1. Τη σημασία ευαισθητοποίησης των παιδιών από τρυφερή ηλικία για τη χωρίς διακρίσεις και με πνεύμα αλληλεγγύης αντιμετώπιση του ¶λλου και ειδικότερα των προσφύγων, πράγμα που αποτελεί στάση ζωής και διαμορφώνεται από την παιδική ηλικία.

2. Το γεγονός ότι τους πρόσφυγες τους δημιουργούμε εμείς οι άνθρωποι με την πολιτική μας (πολέμους, δικτατορικά καθεστώτα κλ.). Έφερε ως παράδειγμα τα νέα εκατομμύρια των προσφύγων που γέννησαν οι δήθεν "αντιτρομοκρατικοί προληπτικοί" πόλεμοι του Αφγανιστάν και του Ιράκ και κατέστησε προσεκτικούς όλους μας για τα πρόσθετα εκατομμύρια προσφύγων – πέραν των θανάτων και καταστροφών, φυσικά – που θα δημιουργούσε και τυχόν πόλεμο και στο Ιράν.

3. Δέχθηκε τη θετική σημασία της επιστροφής και επανεγκατάστασης των προσφύγων στην πατρίδα τους. Υπογράμμισε όμως μερικούς σχετικούς κινδύνους, όπως η δήθεν αποκατάσταση της ειρήνης, που ωστόσο περικλείει πολλές πολεμικές πράξεις, όπως π.χ. στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, αλλά και τους βραδυφλεγείς κινδύνους που σε μερικά γεωγραφικά σημεία κατέλειπε ο πόλεμος, όπως τα πολλά βομβαρδισμένα σημεία του Κοσσόβου, όπου το απεμπλουτισμένο ουράνιο του χρησιμοποιηθέντος από τους επιτιθέντες οπλισμού, θα εκπέμπει καταστροφική της υγείας ραδιενέργεια επί 4 ½ δισεκατομμύρια χρόνια!! Προσοχή λοιπόν, που επανεγκαθίστανται οι ατυχείς Κοσσοβάροι!

4. Σημείωσε τα κενά που αφήνει ο Κανονισμός "Δουβλίνο ΙΙ" για την ουσιαστική προστασία των προσφύγων και ιδίως για τον καθορισμό της ευρωπαϊκής χώρας που υποχρεώνεται να εξετάσει την αίτησή τους για ¶συλο. Πληροφόρησε τους μετέχοντες εκπροσώπους της Επιτροπής Ευαισθητοποίησης των Νέων, ότι ο ΥΑΠ υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια Έκθεση για τις αναγκαίες βελτιώσεις του Κανονισμού αυτού. Η Πρόεδρός μας ζήτησε να υιοθετηθεί η πρότασή μας για έγκριση της Έκθεσης του ΥΑΠ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι παριστάμενοι δέχθηκαν ομοθύμως με έντονα χειροκροτήματα την πρόταση της ομιλήτριας Προέδρου του ΙΜΔΑ.

Αθήνα, 20/6/

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

Κατερίνα Βασιλικού, Γυναικεία μετανάστευση και ανθρώπινα δικαιώματα: Μια βιογραφική έρευνα για τις οικιακές βοηθούς από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 2007, σελ. 200, ISBN: 978-960-404-108-4.

 

Παρουσίαση:

Θεόδωρος Φούσκας, Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Κωνσταντίνος Καζανάς, Δικηγόρος, Επιστημονικός Συνεργάτης Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 

 Το βιβλίο της Κατερίνας Βασιλικού επικεντρώνεται στις μετανάστριες οικιακές βοηθούς από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία, την Πολωνία, τη Ρουμανία και την Ουκρανία στη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας και στη δύσκολη καθημερινότητα τους, με τη χρήση βιογραφικών μεθόδων. Η συγγραφέας σημειώνει ότι, τα τελευταία χρόνια εισήλθε στην Ελλάδα ένας σημαντικός αριθμός μεταναστριών από τα Βαλκάνια και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες, εργάζονται κυρίως ως βοηθητικό προσωπικό σε οικιακές υπηρεσίες ή σε υπηρεσίες φροντίδας, συνήθως κοντά σε ηλικιωμένους ή μικρά παιδιά. Αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής και οικογενειακής ζωής πολλών ελληνικών νοικοκυριών, και αυτό γιατί, σε αντίθεση με τις προηγούμενες οικιακές βοηθούς των εύπορων τάξεων της ελληνικής κοινωνίας, η πλειοψηφία αυτών των γυναικών απασχολείται από οικογένειες της μεσαίας τάξης. Παρά την «καταφανή παρουσία» τους, η ζωή και η τύχη τους δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Η ύπαρξή τους είναι καλυμμένη με αδιαφορία, καθώς οι άνθρωποι γνωρίζουν την ύπαρξη των μεταναστριών, αλλά η κοινωνική οντότητα τους είναι πολύ περιορισμένη. Η κατάσταση στην οποία βρίσκονται χαρακτηρίζεται από θέματα που σχετίζονται με την πραγματικότητα της μετανάστευσης, με θέματα φύλου και με την απουσία κοινωνικής της αναγνώρισης του επαγγέλματός τους. Οι γυναίκες αυτές βρίσκονται συχνά σε κατάσταση ακραίας τρωτότητας και αβεβαιότητας: ζουν μόνες, μακριά και απομονωμένες από τις οικογένειες τους, μέσα σε ξένα σπίτια, δίπλα σε ξένους ανθρώπους που ο οποίοι δεν είναι πάντοτε θετικά διακείμενοι απέναντι τους. Είναι γυναίκες που ζουν κάτω από ένα παράνομο ή ημι-παράνομο καθεστώς προς τις αρχές της χώρας και με το βαρύ καθήκον να υποστηρίξουν τις οικογένειες που έμειναν πίσω στις πατρίδες τους. Το έργο της Βασιλικού επικεντρώνει την προσοχή του στην ευάλωτη κατάσταση των γυναικών αυτών χρησιμοποιώντας μια ποιοτική μεθοδολογία βασισμένη στη βιογραφική μέθοδο. Με την καταγραφή τη ζωής δέκα μεταναστριών, από την παιδική τους ηλικία μέχρι έως την ημέρα της συνέντευξης και στη συνέχεια, αφού επιλέχθηκε μια από αυτές τις αφηγήσεις ως «τυπική περίπτωση» μετανάστριας, η ανάλυση προχώρησε σε μια συγκριτική καταγραφή αυτής και των υπόλοιπων αφηγήσεων.

 

Το βιβλίο αποτελείται από οκτώ κεφάλαια. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, τα κεφάλαια 1-3 (σελ. 11-90) παρουσιάζουν στον αναγνώστη: Πρώτον, τον σκοπό της έρευνας με την ανασκόπηση προηγούμενων σχετικών μελετών και το θεωρητικό πλαίσιο και τη μεθοδολογία της έρευνας. Δεύτερον, τα στοιχεία, τις πληροφορίες και τις κατηγοριοποιήσεις των μεταναστευτικών πληθυσμών στην Ελλάδα, τα ζητήματα της συνύπαρξης μεταξύ των Ελλήνων και των αλλοδαπών, καθώς και το θεσμικό και νομικό πλαίσιο για τη μετανάστευση στην Ελλάδα (πρακτικές για την ενσωμάτωση του αλλοδαπού πληθυσμού, νόμοι κατά της παράνομης μετανάστευσης, ο ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη και τα δικαιώματα των γυναικών). Τρίτον, γίνεται κριτική ανάλυση ορισμένων διεθνών ρυθμίσεων για τους μετανάστες και τα ανθρώπινα δικαιώματα (ερμηνεία διεθνών συμβάσεων, η Σύμβαση της Γενεύης, η πρόσβαση και η διαδικασία απόκτησης ασύλου, το δικαίωμα των μεταναστών στην εργασία, η ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία για τους μετανάστες εργαζομένους, η θέση των μεταναστών στην Ευρώπη, οι ιδιαιτερότητες της κατάστασης των παράνομων μεταναστών και ο επικουρικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου). Η κριτική της Βασιλικού τονίζει ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός των μεταναστών και των μεταναστριών είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα της ίδιας της μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρώπης.

 

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου (κεφάλαια 4-7, σελ. 91-176) αποτελείται από την ανάλυση των συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν με μετανάστριες οικιακές βοηθούς που παρέχουν στον αναγνώστη πληροφορίες, σε βάθος, σε επιλεγμένα θέματα βάσει των μαρτυριών τους: Πρώτον, περιγράφεται η διαδικασία της συνέντευξης με κάθε μετανάστρια και η λεπτομερή εξέταση της συνέντευξης με τη «Μίρα» ως αντιπροσωπευτική περίπτωση. Δεύτερον, διερευνάται το ζήτημα της ταυτότητας των μεταναστριών σε σχέση με κοινωνικές δομές και υποκειμενικούς παράγοντες και ιδιαίτερα με τις δομές μετακίνησης και υποδοχής των μεταναστριών. Επίσης, αναλύεται το πρόβλημα της ταυτότητας της μετανάστριας μέσω των εννοιών αλλοτρίωσης, των κοινωνικών αναπαραστάσεων, της θεωρίας του «αποδιοπομπαίου τράγου», των προβλημάτων κοινωνικής ασφάλισης (δεσμοί συμπάθειας με εργοδότες/τριες) και των επιπτώσων της εν λόγω τρωτότητας. Τρίτον, αναλύεται η επαγγελματική υποβάθμιση των μεταναστριών και καταγράφονται στοιχεία για τη σχέση του μορφωτικού επιπέδου των μεταναστριών, της επαγγελματικής κατάστασης και της κοινωνικής τους θέσης. Τέταρτον, εξετάζεται η πολιτισμική θέση της μετανάστριας με αναφορά στα προβλήματα «διαφοράς», η αβεβαιότητα των μεταναστριών σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, η έννοια του φύλου και η απόφαση για τη μετανάστευση, ο χωρισμός από το σύζυγο, οι προτιμήσεις του εργοδότη στις μετανάστριες και η πολυπλοκότητα του προβλήματος.

 

Το τρίτο μέρος του βιβλίου (κεφάλαιο 8, σελ. 177-183) καταλήγει στα συμπεράσματα της έρευνας με αντικείμενο την ευάλωτη θέση των μεταναστριών, τις αδυναμίες των διεθνών δικαιοδοτικών ρυθμίσεων και την ανάγκη για ανοιχτή επικοινωνία με τις φωνές των «μεταναστριών».

 

Η έρευνα, φιλοδοξώντας να συμβάλει στην κατανόηση των «καινούργιων ξένων» και της παρουσίας τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλά και στην κατανόηση της ίδιας της κοινωνίας και της δυναμικής της σχετικά με ιδέες και αντιλήψεις, όπως η ανοχή, η κοινωνική δικαιοσύνη, το κοινωνικό κράτος και τα ανθρώπινα δικαιώματα, διαπιστώνει τα εξής:

 

Πρώτον, οι γυναίκες που απασχολούνται ως οικιακές βοηθοί ζουν κάτω από συνθήκες που χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα, όπου ο σεβασμός των βασικών δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά κύριο λόγο απουσιάζει και η εργατική νομοθεσία παραβιάζεται συνεχώς (οι μετανάστριες αυτές εργάζονται, συνήθως, πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας, με εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές, οι εργοδότες τους δεν τους παρέχουν κοινωνική και ιατροφαρμακευτική ασφάλιση, ούτε δικαίωμα σε αποζημίωση, επδόματα, άδεια διακοπών κα).

 

Δεύτερον, κάποιοι εργοδότες στερούν από τις γυναίκες αυτές τα διαβατήρια τους και άλλα επίσημα έγγραφα, π.χ. άδειες παραμονής και εργασίας, ασφαλιστικά βιβλιάρια υγείας όταν υπάρχουν κ.ά., για «λόγους ασφαλείας», όπως ισχυρίζονται, διατηρώντας τες, δια του εκβιασμού αυτού, σε μια κατάσταση ιδιότυπης ομηρίας.

 

Τρίτον, από την ανάλυση προέκυψε πώς η τρωτότητα που χαρακτηρίζει εκείνες τις γυναίκες υπακούει σε μία διαλεκτική αρχή που διέπει όλη την κοινωνική τους ύπαρξη ως μετανάστριες. Πρόκειται για μια τρωτότητα που αφορά τους κινδύνους παράνομης/παράνομης μετανάστευσης προς την Ελλάδα, την κακομεταχείριση και την εκμετάλλευση που φθάνει μέχρι και την πορνεία. Σε αυτόν τον τύπο τρωτότητας, η ανθρωπιά των γηγενών -και συχνότερα η απανθρωπιά τους- όπως τονίζει η συγγραφέας διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο, γι’ αυτό και θα πρέπει να ταξινομηθούν οι ελλείψεις των θεσμών μας που προτάσσουν αυτή την πρώτη τρωτότητα (Βασιλικού, 2007:179).

 

Τέταρτον, διαφαίνεται και ένας δεύτερος τύπος τρωτότητας των μεταναστριών που αρχίζει να αναδύεται μόλις εκείνες εισέλθουν στον οικιακό χώρο που τις αναμένει. Σε αυτόν τον ιδιωτικό χώρο υφίστανται τις επιπτώσεις της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τον δεύτερο αυτό τύπο τρωτότητας. Σύμφωνα με τη Βασιλικού, αυτή η «λανθάνουσα τρωτότητα», αντιστοιχεί στο σκοτεινό χαρακτήρα των οικιακών υπηρεσιών γενικότερα. Αφορά την καθημερινή δυστυχία, τις εφήμερες συνθήκες εργασίας διαβίωσης και σε μια σχεδόν «στρατιωτική ζωή», παρόμοια με τη ζωή του σκλάβου (Βασιλικού, 2007:168). Η αποσιώπηση της συνδέεται με τη σιωπή που χαρακτηρίζει συχνά τη γυναικεία κατάσταση, όπως διαπιστώνεται και από άλλες έρευνες[1].

 

Τέλος, πέμπτον, η συγγραφέας τονίζει τις ελλείψεις του διεθνούς δικαίου και την ανάγκη για περαιτέρω συζήτηση. Το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων θέτει τους βασικούς κανόνες και αρχές των δικαιωμάτων του ανθρώπου και ορίζει πως η ρύθμιση κάθε κοινωνικού προβλήματος πρέπει να στηρίζεται απαρέγκλιτα στις αρχές και τους κανόνες των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία είναι οικουμενικά, αδιαίρετα και αλληλοεξαρτώμενα. Εντούτοις σε διεθνές επίπεδο καμία ενέργεια δεν έχει αναληφθεί προς όφελος των μεταναστριών οικιακών βοηθών. Δεν υπάρχει τίποτε το ολοκληρωμένο στο διεθνές επίπεδο που να αφορά σε αυτές τις γυναίκες, καθώς δεν συνιστούν σημαντική ομάδα πίεσης (Βασιλικού, 2007:180). Είναι αναγκαίο, επομένως, η διεθνής δικαιοταξία να πραγματευθεί τα προβλήματα αυτής της κοινωνικής ομάδας σε ένα ενιαίο διεθνές, νομικά δεσμευτικό, κείμενο. Το διεθνές δίκαιο οφείλει να διασφαλίζει την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση σε όλες τις μετανάστριες που απασχολούνται ως οικιακές βοηθοί, είτε νόμιμα είτε όχι, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής, τη σύμβαση και τις ώρες εργασίας (Βασιλικού, 2007:181).

 

Λόγω της τρωτότητας και της αβεβαιότητας που υφίστανται, οι μετανάστριες οικιακές βοηθοί ζουν στη δίνη της μια δυστυχισμένης καθημερινής πραγματικότητας. Η καθημερινή τους ρουτίνα χαρακτηρίζεται από την κατάθλιψη, τον εγκλεισμό, τη μοναξιά, την κούραση και την ανία, τον χωρισμό από αγαπημένα πρόσωπα, την εργασία χωρίς κοινωνική αναγνώριση. Οι μετανάστριες βιώνουν ένα πλαίσιο εργασίας με απουσία των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, μαζί με την ανάγκη της κοινωνίας για τις υπηρεσίες τους, που αναπτύσσεται, λειτουργεί και ευδοκιμεί σε αυτή την «σκοτεινή» κατάσταση, η οποία καθιστά τις μετανάστριες απόλυτα εξαρτώμενες από το εργοδοτικό νοικοκυριό. Η ανεπάρκεια της δημόσιας περίθαλψης για τους ηλικιωμένους και τα παιδιά και οι σοβαρές ελλείψεις του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικών υπηρεσιών, δημιουργούν την ανάγκη για οικιακό προσωπικό βοήθειας, φροντίδας και φύλαξης. Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενες μητέρες απελευθερώνονται από τα βάρη του νοικοκυριού (οικιακά και οικογενειακή φροντίδα) και μεταβιβάζουν τις ευθύνες τους στην μετανάστρια οικιακή εργάτρια. Ως αποτέλεσμα οι μετανάστριες επωμίζονται την ευθύνη για την επίβλεψη και φροντίδα της οικογένειας όπου εργάζονται, ταυτόχρονα δε, υπάρχει πάντοτε η σκέψη τους και ανησυχία τους για την οικογένειά τους που άφησαν στην πατρίδα τους.

 

Η επιστημονική βιβλιογραφία για τη μετανάστευση στην Ελλάδα παρουσιάζει συνεχή εξέλιξη. Μεταξύ 2007 και 2013, η έρευνα έχει επικεντρωθεί σε σε συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες εστιάζοντας στο φύλο και το επάγγελμα και συγκεκριμένα στις εργασίες χαμηλού κύρους, με βαρύτητα στην οικιακή εργασία, στα προβλήματα στην οικογένεια, στην καριέρα, στα εμπόδια πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόνοιας και κοινωνικής προστασίας και κοινοτικής οργάνωσης και εκπροσώπησης. Tο ζήτημα της γυναικείας μετανάστευσης απασχολεί τη διεθνή έρευνα περισσότερο από ποτέ, κάτι που οφείλεται στην πολυπλοκότητα της και το γεγονός ότι είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Πρόκειται για ένα εκμεταλλευόμενο εργατικό δυναμικό για εξατομικευμένες υπηρεσίες που ωθείται και συγκεντρώνεται σε οικιακές εργασίες και στη βιομηχανία του σεξ. Η Κατερίνα Βασιλικού στη μελέτη της εισάγει μια νέα οπτική στην παραπάνω συζήτηση του μεταναστευτικού φαινομένου στην Ελλάδα, και συμβάλλει σημαντικά στην αντίστοιχη διεθνή έρευνα και βιβλιογραφία[2] για την οικιακή εργασία των μεταναστριών και στις επιπτώσεις των σύγχρονων μορφών εργασίας στις τελευταίες.

Έτσι, καθίσταται ένα εξαιρετικά χρήσιμο εγχειρίδιο για ακαδημαϊκούς, ερευνητές, φοιτητές, εργαζόμενους δημόσιες υπηρεσίες ή οργανισμούς και για όσους ασχολούνται με το φαινόμενο της μετανάστευσης και της μεταναστευτικής πολιτικής.

 

 

* H ανωτέρω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Μεταναστευτικού Δικαίου, Περιοδική έκδοση της Ένωσης Δικαίου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, Τεύχος 2/2013, σελ. 222-224

 

 

[1] Ehrenreich, B. and Hochschild, Α. (eds), Global woman: Nannies, maids and sex workers in the new economy, New York: Holt, 2004; Hondagneu-Sotelo, P. Doméstica: Immigrant workers cleaning and caring in the shadows of affluence, Berkeley: University of California Press, 2007.

[2] Phizacklea, Α. (ed), One way ticket: Migration and female labour. London: Routledge, 1983; Anderson, Β. and Phizacklea, Α. Migrant domestic workers: A European perspective, Leicester: Leicester University, 1997; Anthias, F. and Lazaridis, G. (eds), Gender and migration in Southern Europe: Women on the move, Oxford: Berg, 2000; Chang, G. Disposable domestics: Immigrant women workers in the global economy, Cambridge, MA: South End Press, 2000; Salazar-Parreñas, R. Servants of globalization: women, migration and domestic work, California: Stanford University Press, 2001; Tastsoglou, E. and Maratou-Alipranti, L. “Gender and International Migration”, Greek Review of Social Research, 110 (2003), 5-22; Psimmenos, I. and Kassimati, K. “Shifting work identities and oppositional work narratives: The case of Albanian domestic and construction workers in Greece”, in C. Inglessi, et al. (eds) Immigration and integration in Northern versus Southern Europe. Athens: NIA, 2004, 85-116; Κασιμάτη, Κ. και Μουσούρου, Λ. Φύλο και μετανάστευση: Τόμος Ι: Θεωρητικές αναφορές και εμπειρική διερεύνηση. Αθήνα: Gutenberg, 2007; Καμπούρη, Ε. Φύλο και μετανάστευση: Τόμος ΙΙ: Η καθημερινή ζωή των μεταναστριών από την Αλβανία και την Ουκρανία. Αθήνα: Gutenberg, 2007; Θανοπούλου, Μ. Φύλο και μετανάστευση: Τόμος ΙΙΙ: Διαγενειακές σχέσεις και σχέσεις φύλου σε οικογένειες Αλβανών μεταναστών. Αθήνα: Gutenberg, 2007; Sakellis, I. and Spyropoulou, N. “Employing immigrant women from Albania and Ukraine in domestic services in Greece”, Greek Review of Social Research, 124 (2007), 71-93; Psimmenos, I. “Work culture and migrant women’s welfare marginalization”, Greek review of social research, 124 (2007), 9-33; Ψημμένος, I. and Σκαμνάκης, Χ. Οικιακή εργασία των μεταναστριών και κοινωνική προστασία: Η περίπτωση των γυναικών από την Αλβανία και την Ουκρανία, Αθήνα: Παπαζήσης, 2008; Salazar-Parreñas, R. The force of domesticity: Filipina migrants and globalization. New York: New York University Press, 2008; Τοπάλη, Π. Σιωπηλές σχέσεις, διαπολιτισμικές επαφές: Η περίπτωση των Φιλιππινέζων οικιακών βοηθών στην Αθήνα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2008; Παπαταξιάρχης, Ε., Τοπάλη, Π. και Αθανασοπούλου, Α. Κόσμοι της Οικιακής Εργασίας: Φύλο, μετανάστευση και πολιτισμικοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του πρώιμου 21ου αιώνα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2009; Χαντζαρούλα, Π. Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, Αθήνα: Παπαζήσης, 2012; Triandafyllidou, Α. (ed), Irregular migrant domestic workers in Europe: Who cares?, Aldershot, UK: Ashgate, 2013; Ξυπολυτάς, Ν. και Lazarescu, D. «Οι κοινωνιολογικές έρευνες της οικιακής εργασίας στην Ελλάδα», στο Ι. Ψημμένος (επιμ.), Εργασία και Κοινωνικές Ανισότητες: Προσωπικές υπηρεσίες και υπηρετικό δυναμικό. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 155-189; Ι. Ψημμένος (επιμ.), Εργασία και Κοινωνικές Ανισότητες: Προσωπικές υπηρεσίες και υπηρετικό δυναμικό. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2013.