Η ιστορική Συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή: η διπλή πρόκληση της κύρωσης και της εφαρμογής

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ) χαιρετίζει τη θετική κατάληξη των διαπραγματεύσεων στη γαλλική πρωτεύουσα με την υιοθέτηση, από 196 κράτη, στις 12 Δεκεμβρίου 2015 της Συμφωνίας του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή[1].

Το ΙΜΔΑ κρίνει σκόπιμο να επισημάνει τις προκλήσεις στις οποίες καλείται να απαντήσει η διεθνής κοινότητα, ώστε η Συμφωνία να αποτελέσει στην πράξη σημείο καμπής για τον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας. Η Συμφωνία θέτει το πλαίσιο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων, ωστόσο ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην ευρεία κύρωσή της, όπως και στην εφαρμογή και τον έλεγχο και απολογισμό επίτευξης των ισχυρών στόχων. Σημειωτέον ότι η Συμφωνία δεσμεύει από το 2020 και μετά τα κράτη μέρη.

Οφείλουμε να συνεργαστούμε όλοι – παρά το πολιτικό και οικονομικό κόστος – για τον μακροπρόθεσμο στόχο της μείωσης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 1,5°C, αίτημα των λιγότερων αναπτυγμένων χωρών που υποστηρίχθηκε και από τις ΗΠΑ, τη Κίνα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Καναδά και το οποίο έγινε, τελικά, αποδεκτό από το σύνολο των κρατών της διεθνούς κοινότητας. Η κοινωνία των πολιτών ενδιαφέρεται έντονα και έτσι ίσως τα κράτη λάβουν δραστικότερα μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Η Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα στο Παρίσι (Conference of the Parties to the United Nations Framework Convention on Climate Change - COP21) κατέληξε, έπειτα από περίπου 2 εβδομάδες πολύωρων και σκληρών διαπραγματεύσεων, σε μια ιστορική συμφωνία για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προκλήσεων που δεν έχουν διαβατήριο και δεν γνωρίζουν σύνορα. Οι αντιπρόσωποι των κρατών κατάφεραν να υπερνικήσουν την πολιτική αδράνεια και τις διαφορές μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσομένων χωρών και μέσα σε κλίμα συγκίνησης, ενθουσιασμού και αισιοδοξίας να προχωρήσουν προς την επίτευξη του στόχου της ανάπτυξης με όρους βιωσιμότητας, θεμελιωμένης στο σεβασμό του περιβάλλοντος και στη διατήρησή του για τις επερχόμενες γενιές.

Στο Παρίσι, όπου το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου βασίλευε ο φόβος και ο τρόμος, τη 12η Δεκεμβρίου 196 κράτη σκόρπισαν το φως της ελπίδας, βαίνοντας προς την οριστική γεφύρωση του χάσματος μεταξύ πολιτικής βούλησης και αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ο πολυσυζητημένος – αν και ασαφώς τοποθετημένος στο κείμενο της Συμφωνίας – στόχος του περιορισμού της ανόδου της θερμοκρασίας κάτω του 1,5°C, αποτελεί αναμφισβήτητα τον καταλύτη για το μέλλον, ενώ ο μετριασμός και η σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, η διαφάνεια ως προς την πραγμάτωση των στόχων, η χρηματοδότηση από τις αναπτυγμένες χώρες και η πρόνοια για προστασία των ευάλωτων περιοχών – ειδικότερα των μικρών νησιωτικών κρατών (SmallIslandDevelopingStates-SIDS) – συνιστούν σημεία «κλειδιά». Μνεία γίνεται και στην ανάπτυξη ικανοτήτων, στην εφαρμογή και στη συμμόρφωση, όπως και στον απολογισμό των δράσεων κάθε 5 χρόνια.

Ειδικότερα, όσον αφορά τη χρηματοδότηση, η Συμφωνία ορίζει τη χορήγηση βοήθειας από τις αναπτυγμένες προς τις αναπτυσσόμενες, σε ποσό που αναμένεται να ανέλθει σε 100 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο, ξεκινώντας από το 2020, ποσό που αποτελεί μόνο «ένα κατώτατο όριο», το οποίο θα πρέπει να αναθεωρηθεί προς το καλύτερο. Αυτή ήταν μια διαχρονική αξίωση των χωρών του Νότου. Πάντως, αξίζει να τονιστεί ότι στο κείμενο της Συμφωνίας πουθενά δεν αναφέρεται ρητά η απαλλαγή από τον άνθρακα (decarbonization), ούτε οι λέξεις πετρέλαιο (oil) και κάρβουνο (coal), ενώ προτιμάται η αποφορτισμένη λέξη «ουδετεροποίηση» (neutralization) με χρονικό ορίζοντα το δεύτερο μισό του 21ου αιώνα, γεγονός που αποδεικνύει τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις των κρατών για να υιοθετηθεί, εν τέλει, η Συμφωνία.

Αναντίρρητα η Συμφωνία του Παρισιού δεν δίνει οριστική λύση στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής. Θεωρούμε απλά πως ανοίγει, μετά από πολυετή αγώνα, το δρόμο προς την εποχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι ισχυροί της Γης έκαναν το πρώτο βήμα για να απαντήσουν στις προκλήσεις και να αναχαιτίσουν την περαιτέρω καταστροφή του πλανήτη. Παρόλα αυτά, το θεσμικό πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο, παραμένει εξαιρετικά αδύναμο, αποκλείει τους φτωχότερους και αποτυγχάνει να αναδείξει τα συμφέροντα της ανθρωπότητας έναντι των βραχυπρόθεσμων στόχων. Στα σχετικά κείμενα, όπως και στη Συμφωνία της 12ης Δεκεμβρίου, οι στόχοι αυτοί εξυπηρετούνται μέσω και της χρήσης χαλαρού λεξιλογίου που συμβάλλει στη διατήρηση του statusquo για αρκετά χρόνια ακόμη.

Αρκετές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, κάνουν βραχυπρόθεσμες επιλογές και αγνοούν τι είναι το σχέδιο μετάβασης στη νέα εποχή μάχης κατά της κλιματικής αλλαγής, το οποίο συνδυάζεται με την ανάδειξη ενός καινοτόμου και βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου και μιας ενεργειακής επανάστασης. Το σύγχρονο μοντέλο ανάπτυξης και ανασυγκρότησης δεν σχετίζεται με ανώφελες – και με ημερομηνία λήξης – επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα και απασχόληση σε τομείς εργασίας που «πεθαίνουν», αλλά επιχειρεί να δώσει το βήμα σε πολίτες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ενεργειακούς συνεταιρισμούς. Οι αναπτυσσόμενες χώρες καλούνται να ακολουθήσουν το μονοπάτι της «καθαρής ενέργειας» (cleanenergy) ως βήμα για την «ανθεκτική ανάπτυξη» (resiliencedevelopment). Μπορεί οι ηγέτες να εξυμνούν τη Συμφωνία, αλλά πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτή είναι αδύναμη. Επομένως, χρειάζεται προσπάθεια και κινητοποίηση από όλους μας προκειμένου να ενισχυθεί και εφαρμοσθεί στην πράξη η Συμφωνία.

Πράγματι, οι στόχοι είναι ισχυροί και οι δεσμεύσεις φιλόδοξες, γεγονός που απαιτεί αποτελεσματικές στρατηγικές και πολιτικό όραμα. Η Συμφωνία του Παρισιού θέτει τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή και πρέπει να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι για το ταξίδι που θα καθορίσει την εφαρμογή της. Πρώτη στάση είναι η Νέα Υόρκη όπου στις 22 Απριλίου 2016 θα ξεκινήσει η διαδικασία υπογραφής[2], ενώ η θέση σε ισχύ της θα χρειαστεί την επικύρωσή της από τουλάχιστον 55 κράτη που θα αντιπροσωπεύουν το 55% των παγκοσμίων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Τέρμα, λοιπόν, στους πανηγυρισμούς, μια και η κινητοποίηση πρέπει να αρχίσει άμεσα εφόσον το έναυσμα για ουσιαστική δράση δόθηκε.

Η Συμφωνία αποτελεί μονάχα ένα βήμα προς την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς που θα κρίνουν την τελική υπογραφή και την υλοποίησή της. Κρίσιμο σχετικά με την ερμηνεία των στόχων θεωρείται και το COP22 του χρόνου στο Μαρόκο, καθώς και το COP24 το 2018, εφόσον η ημερομηνία ορόσημο του 2020 θα απέχει μια ανάσα. Το ελπιδοφόρο αποτέλεσμα στο Παρίσι δεν έσωσε τον πλανήτη, αλλά μας προσφέρει τις λύσεις ώστε να αδράξουμε την ευκαιρία και να αναχαιτίσουμε την περιβαλλοντική κρίση. Τα κράτη και οι κυβερνήσεις οφείλουν να κάνουν τις απαραίτητες κινήσεις όχι για μια τυπική αλλά ουσιαστική συμμόρφωση προς τις συμφωνηθείσες διατάξεις.

Το ΙΜΔΑ δεσμεύεται, αξιοποιώντας τη συμβουλευτική ιδιότητά του στον ΟΗΕ, στην ΟΥΝΕΣΚΟ, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και σε άλλα διεθνή fora, να συνδράμει σε αυτή την προσπάθεια, τόσο αυτόνομα όσο και σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις, απαιτώντας αποσαφήνιση των στόχων, αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των συμφωνηθέντων, εφαρμογή και συμμόρφωση στο έπακρον.

Αθήνα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Ευθύμης Αντωνόπουλος

ΜΔΕ, Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές

Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Συνεργάτης ΙΜΔΑ


[1] Συμφωνία του Παρισιού, 12 Δεκεμβρίου 2015, http://unfccc.int/resource/docs/2015/cop21/eng/l09r01.pdf. Web.

[2] Βλ. Συμφωνία του Παρισιού, ό.π., άρθρα 1-3