«Μικρή ΔΕΗ» - Μεγάλη Αντισυνταγματικότητα

«Μικρή ΔΕΗ» - Μεγάλη Αντισυνταγματικότητα

«Η ηλεκτρική ενέργεια συνιστά ζωτικό αγαθό για την αξιοπρεπή διαβίωση και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των πολιτών. Συνεπώς, πρέπει να διαφυλάσσεται η συνεχής και προσβάσιμη σε όλους τους πολίτες παροχή της, υπό το σχετικό έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους».

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την έντονη ανησυχία και αντίθεσή του στο σχέδιο νόμου με αντικείμενο τη «Δημιουργία νέας καθετοποιημένης εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας» («μικρή ΔΕΗ»). Με δεδομένη την εγγραφή του στην όψιμη πολιτική της εκποίησης της εθνικής περιουσίας και της άκρατης ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, το νομοσχέδιο, υπό την παρούσα μορφή με την οποία κατατέθηκε στη Βουλή, δημιουργεί εύλογα και μείζονα ερωτήματα συνταγματικής τάξης.

Ειδικότερα, η νέα και θυγατρική της ΔΕΗ ανώνυμη εταιρεία θα προκύψει από τη μεταβίβαση σε αυτήν, ως καθολικού διαδόχου, ποσοστού της τάξεως περίπου του 30% του παραγωγικού δυναμικού της ΔΕΗ μαζί με τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις και με αναλογικό ποσοστό της πελατειακής βάσεως της εμπορικής δραστηριότητάς της. Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι η νέα εταιρεία, στην οποία θα εισφερθεί ο κλάδος, θα αποτελέσει αρχικώς 100% θυγατρική επιχείρηση της ΔΕΗ και προβλέπεται ότι, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ΔΕΗ θα μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της νέας εταιρείας στα ενδιαφερόμενα για την απόκτησή τους πρόσωπα, τα οποία θα αναδειχθούν στο πλαίσιο ανοικτού, διεθνούς, πλειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Η μεταβίβαση δε αυτή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, «συνάδει με το ευρωπαϊκό ζητούμενο για απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με όρους ελεύθερου ανταγωνισμού».

Ωστόσο, η εξυπηρέτηση του σκοπού της «απελευθέρωσης» ή της «ενθάρρυνσης των επενδύσεων» (βλ. αιτιολογική έκθεση) στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να αγνοεί τις συνταγματικές αρχές και επιταγές που διέπουν την παροχή και τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας, ούτε, βέβαια, την κρίσιμη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πολίτες της χώρας μας. Σε πάγια νομολογία του (βλ. ήδη για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ το ΠΕ ΣτΕ 158/92), αλλά και στην πρόσφατη απόφασή του 1906/2014 για την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ, το ΣτΕ έχει αναδείξει τον κρίσιμο για τη συνταγματικότητα των σχετικών μεταβιβάσεων και ιδιωτικοποιήσεων χαρακτήρα της εποπτείας και του ελέγχου του Κράτους στις δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, όπως είναι, ιδίως, η ύδρευση, η ενέργεια και οι επικοινωνίες. Οι επιχειρήσεις αυτές της κοινής ωφέλειας μπορούν να λειτουργούν ως ανώνυμες εταιρείες, αλλά σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν δημόσιο σκοπό, καθώς οι παρεχόμενες υπηρεσίες τους συνδέονται άμεσα με την εγγύηση και το σεβασμό της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Συνεπώς, πρέπει να διαφυλάσσεται η συνεχής και προσβάσιμη σε όλους τους πολίτες παροχή των εν λόγω ζωτικών αγαθών, υπό το σχετικό έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους. Ειδικότερα, στην απόφαση ΣτΕ 1906/2014, ο έλεγχος αυτός δεν νοείται δίχως την κατοχή από το Δημόσιο της απόλυτης πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης (51%), ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η σύμφωνη με τα συμφέροντα του Δημοσίου και, κατ’ επέκταση των πολιτών, λειτουργία της εταιρείας. Σε αντίθετη περίπτωση, η εκάστοτε δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται ουσιαστικά στο σύνολό της, με αποτέλεσμα να τίθεται σε σοβαρή διακινδύνευση τόσο η ποιότητα, όσο και η συνέχεια της παροχής, καθώς σε αποκλειστικό γνώμονα της λειτουργίας της ανάγεται το ιδιωτικό κέρδος και όχι το δημόσιο συμφέρον.

Είναι προφανές, ότι στο παρόν σχέδιο νόμου ο νομοθέτης αποκλίνει σημαντικά από τις παραπάνω καταστατικές προϋποθέσεις ως προς τη συνταγματικότητα της ιδιωτικοποίησης δημόσιας επιχείρησης. Κι αυτό διότι δημιουργεί μια αμιγώς ιδιωτική εταιρεία, της οποίας το σύνολο των μετοχών και των περιουσιακών στοιχείων μεταβιβάζεται σε ιδιώτες. Στη «μικρή ΔΕΗ», η οποία εντάσσεται ασφαλώς στον πυρήνα των επιχειρήσεων θεμελιώδους κοινής ωφέλειας, δεν υπάρχει καμία συμμετοχή του Κράτους, γεγονός που αφαιρεί από το τελευταίο τη συνταγματικά αδιαπραγμάτευτη δυνατότητα του ελέγχου και της εποπτείας της λειτουργίας της. Πρόκειται, συνεπώς, για μια πλήρη, ουσιαστικά και τυπικά, ιδιωτικοποίηση ενός μέρους της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον, βέβαια, ως κύριος πάροχος της τελευταίας παραμένει η ΔΕΗ. Όμως, είναι σαφές, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι δε νοείται έστω και η μερική απελευθέρωση-ιδιωτικοποίηση στην παροχή ζωτικών αγαθών, όπως η ενέργεια, δίχως αυτή να υπόκειται στην εγγύηση του Κράτους. Ευλόγως, λοιπόν, προκαλεί εντύπωση η απουσία στο σχέδιο νόμου οποιασδήποτε ρύθμισης σχετικής με τον κρατικό έλεγχο, υπολαμβάνοντάς τον, υποθέτουμε, ως δεδομένο, λόγω του θυγατρικού χαρακτήρα της εταιρείας και της υπαγωγής της στη ΔΕΗ. Εντούτοις, και σε αυτό το σημείο, προς επίρρωση του προβληματισμού μας για την αντισυνταγματικότητα, αλλά κυρίως την επικινδυνότητα των προθέσεών του για το συμφέρον των πολιτών, το σχέδιο νόμου σπεύδει να προεξοφλήσει ότι μόνον αρχικώς η «μικρή ΔΕΗ» θα αποτελεί αυτοτελή επιχειρησιακό κλάδο και θυγατρική εταιρεία της ΔΕΗ, υπονοώντας ανοιχτά τη δυνατότητα της αυτονόμησής της στο μέλλον. Συνεπώς, ουδόλως εξασφαλίζεται ο κρατικός έλεγχος στο παρόν σχέδιο νόμου, αλλά αντιθέτως προαναγγέλλεται η πλήρης και ανέλεγκτη ιδιωτική λειτουργία της επιχείρησης.

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δεν θεωρεί άσκοπο να σημειώσει ότι η ΔΕΗ οφείλει την ίδρυση και το όνομά της κατά μεγάλο βαθμό στον ιδρυτή του, τον Γεώργιο Μαραγκόπουλο, ο οποίος, ως πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, είχε συντάξει το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε την ίδρυση της ελληνικής δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), ακριβώς διότι είχε στην πράξη αποδειχθεί ότι η ιδιωτική παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, η λειτουργία της επιχείρησης με κύρια βάση το κριτήριο της κερδοφορίας απέβαινε εις βάρος των πολιτών και, ιδίως, των άπορων, καθώς και των κατοίκων των απομακρυσμένων και δύσβατων περιοχών της χώρας, στις οποίες κρινόταν από τον επιχειρηματία ως οικονομικά ασύμφορη η μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος. Με την ίδρυση της «μικρής ΔΕΗ» προωθείται η επιστροφή σε μια αβέβαιη και δυσμενή για τους χρήστες της δημόσιας υπηρεσίας κατάσταση. Το Ίδρυμα επισημαίνει ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεκτή η διακινδύνευση των βασικών ζωτικών αγαθών και η κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα των θεμελιωδών παροχών κοινής ωφέλειας στο όνομα της αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής και της (όποιας) ανάπτυξης. Η ριζική υποχώρηση του Κράτους και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου υπηρετεί έναν ακραίο νεοφιλελευθερισμό, δίχως ελευθερία και αξιοπρέπεια για τους πολίτες.

Αθήνα, 3.7.2014