«Μικρή ΔΕΗ» - Μεγάλη Αντισυνταγματικότητα

«Η ηλεκτρική ενέργεια συνιστά ζωτικό αγαθό για την αξιοπρεπή διαβίωση και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των πολιτών. Συνεπώς, πρέπει να διαφυλάσσεται η συνεχής και προσβάσιμη σε όλους τους πολίτες παροχή της, υπό το σχετικό έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους».

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την έντονη ανησυχία και αντίθεσή του στο σχέδιο νόμου με αντικείμενο τη «Δημιουργία νέας καθετοποιημένης εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας» («μικρή ΔΕΗ»). Με δεδομένη την εγγραφή του στην όψιμη πολιτική της εκποίησης της εθνικής περιουσίας και της άκρατης ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, το νομοσχέδιο, υπό την παρούσα μορφή με την οποία κατατέθηκε στη Βουλή, δημιουργεί εύλογα και μείζονα ερωτήματα συνταγματικής τάξης.

Ειδικότερα, η νέα και θυγατρική της ΔΕΗ ανώνυμη εταιρεία θα προκύψει από τη μεταβίβαση σε αυτήν, ως καθολικού διαδόχου, ποσοστού της τάξεως περίπου του 30% του παραγωγικού δυναμικού της ΔΕΗ μαζί με τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις και με αναλογικό ποσοστό της πελατειακής βάσεως της εμπορικής δραστηριότητάς της. Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι η νέα εταιρεία, στην οποία θα εισφερθεί ο κλάδος, θα αποτελέσει αρχικώς 100% θυγατρική επιχείρηση της ΔΕΗ και προβλέπεται ότι, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ΔΕΗ θα μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της νέας εταιρείας στα ενδιαφερόμενα για την απόκτησή τους πρόσωπα, τα οποία θα αναδειχθούν στο πλαίσιο ανοικτού, διεθνούς, πλειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Η μεταβίβαση δε αυτή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, «συνάδει με το ευρωπαϊκό ζητούμενο για απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με όρους ελεύθερου ανταγωνισμού».

Ωστόσο, η εξυπηρέτηση του σκοπού της «απελευθέρωσης» ή της «ενθάρρυνσης των επενδύσεων» (βλ. αιτιολογική έκθεση) στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να αγνοεί τις συνταγματικές αρχές και επιταγές που διέπουν την παροχή και τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας, ούτε, βέβαια, την κρίσιμη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πολίτες της χώρας μας. Σε πάγια νομολογία του (βλ. ήδη για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ το ΠΕ ΣτΕ 158/92), αλλά και στην πρόσφατη απόφασή του 1906/2014 για την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ, το ΣτΕ έχει αναδείξει τον κρίσιμο για τη συνταγματικότητα των σχετικών μεταβιβάσεων και ιδιωτικοποιήσεων χαρακτήρα της εποπτείας και του ελέγχου του Κράτους στις δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, όπως είναι, ιδίως, η ύδρευση, η ενέργεια και οι επικοινωνίες. Οι επιχειρήσεις αυτές της κοινής ωφέλειας μπορούν να λειτουργούν ως ανώνυμες εταιρείες, αλλά σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν δημόσιο σκοπό, καθώς οι παρεχόμενες υπηρεσίες τους συνδέονται άμεσα με την εγγύηση και το σεβασμό της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Συνεπώς, πρέπει να διαφυλάσσεται η συνεχής και προσβάσιμη σε όλους τους πολίτες παροχή των εν λόγω ζωτικών αγαθών, υπό το σχετικό έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους. Ειδικότερα, στην απόφαση ΣτΕ 1906/2014, ο έλεγχος αυτός δεν νοείται δίχως την κατοχή από το Δημόσιο της απόλυτης πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης (51%), ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η σύμφωνη με τα συμφέροντα του Δημοσίου και, κατ’ επέκταση των πολιτών, λειτουργία της εταιρείας. Σε αντίθετη περίπτωση, η εκάστοτε δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται ουσιαστικά στο σύνολό της, με αποτέλεσμα να τίθεται σε σοβαρή διακινδύνευση τόσο η ποιότητα, όσο και η συνέχεια της παροχής, καθώς σε αποκλειστικό γνώμονα της λειτουργίας της ανάγεται το ιδιωτικό κέρδος και όχι το δημόσιο συμφέρον.

Είναι προφανές, ότι στο παρόν σχέδιο νόμου ο νομοθέτης αποκλίνει σημαντικά από τις παραπάνω καταστατικές προϋποθέσεις ως προς τη συνταγματικότητα της ιδιωτικοποίησης δημόσιας επιχείρησης. Κι αυτό διότι δημιουργεί μια αμιγώς ιδιωτική εταιρεία, της οποίας το σύνολο των μετοχών και των περιουσιακών στοιχείων μεταβιβάζεται σε ιδιώτες. Στη «μικρή ΔΕΗ», η οποία εντάσσεται ασφαλώς στον πυρήνα των επιχειρήσεων θεμελιώδους κοινής ωφέλειας, δεν υπάρχει καμία συμμετοχή του Κράτους, γεγονός που αφαιρεί από το τελευταίο τη συνταγματικά αδιαπραγμάτευτη δυνατότητα του ελέγχου και της εποπτείας της λειτουργίας της. Πρόκειται, συνεπώς, για μια πλήρη, ουσιαστικά και τυπικά, ιδιωτικοποίηση ενός μέρους της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον, βέβαια, ως κύριος πάροχος της τελευταίας παραμένει η ΔΕΗ. Όμως, είναι σαφές, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι δε νοείται έστω και η μερική απελευθέρωση-ιδιωτικοποίηση στην παροχή ζωτικών αγαθών, όπως η ενέργεια, δίχως αυτή να υπόκειται στην εγγύηση του Κράτους. Ευλόγως, λοιπόν, προκαλεί εντύπωση η απουσία στο σχέδιο νόμου οποιασδήποτε ρύθμισης σχετικής με τον κρατικό έλεγχο, υπολαμβάνοντάς τον, υποθέτουμε, ως δεδομένο, λόγω του θυγατρικού χαρακτήρα της εταιρείας και της υπαγωγής της στη ΔΕΗ. Εντούτοις, και σε αυτό το σημείο, προς επίρρωση του προβληματισμού μας για την αντισυνταγματικότητα, αλλά κυρίως την επικινδυνότητα των προθέσεών του για το συμφέρον των πολιτών, το σχέδιο νόμου σπεύδει να προεξοφλήσει ότι μόνον αρχικώς η «μικρή ΔΕΗ» θα αποτελεί αυτοτελή επιχειρησιακό κλάδο και θυγατρική εταιρεία της ΔΕΗ, υπονοώντας ανοιχτά τη δυνατότητα της αυτονόμησής της στο μέλλον. Συνεπώς, ουδόλως εξασφαλίζεται ο κρατικός έλεγχος στο παρόν σχέδιο νόμου, αλλά αντιθέτως προαναγγέλλεται η πλήρης και ανέλεγκτη ιδιωτική λειτουργία της επιχείρησης.

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δεν θεωρεί άσκοπο να σημειώσει ότι η ΔΕΗ οφείλει την ίδρυση και το όνομά της κατά μεγάλο βαθμό στον ιδρυτή του, τον Γεώργιο Μαραγκόπουλο, ο οποίος, ως πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, είχε συντάξει το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε την ίδρυση της ελληνικής δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), ακριβώς διότι είχε στην πράξη αποδειχθεί ότι η ιδιωτική παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, η λειτουργία της επιχείρησης με κύρια βάση το κριτήριο της κερδοφορίας απέβαινε εις βάρος των πολιτών και, ιδίως, των άπορων, καθώς και των κατοίκων των απομακρυσμένων και δύσβατων περιοχών της χώρας, στις οποίες κρινόταν από τον επιχειρηματία ως οικονομικά ασύμφορη η μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος. Με την ίδρυση της «μικρής ΔΕΗ» προωθείται η επιστροφή σε μια αβέβαιη και δυσμενή για τους χρήστες της δημόσιας υπηρεσίας κατάσταση. Το Ίδρυμα επισημαίνει ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεκτή η διακινδύνευση των βασικών ζωτικών αγαθών και η κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα των θεμελιωδών παροχών κοινής ωφέλειας στο όνομα της αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής και της (όποιας) ανάπτυξης. Η ριζική υποχώρηση του Κράτους και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου υπηρετεί έναν ακραίο νεοφιλελευθερισμό, δίχως ελευθερία και αξιοπρέπεια για τους πολίτες.

Αθήνα, 3.7.2014

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 επί του Σχεδίου Νόμου για την «Οριοθέτηση, Διαχείριση και Προστασία Αιγιαλού και Παραλίας»

 

            Στο σχέδιο νόμου που τέθηκε σε διαβούλευση από το Υπουργείο Οικονομικών με αντικείμενο την «οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας», υπογραμμίζεται ότι η «οικονομική σημασία της παράκτιας ζώνης είναι τεράστια και απαιτείται να απελευθερωθούν οι τεράστιες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης που παρέχει». Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την αιτιολογική έκθεση, «επιδίωξη του προτεινόμενου σχεδίου νόμου είναι (...) η περαιτέρω απλούστευση των διαδικασιών διαχείρισης και αξιοποίησης των παράκτιων, παραλίμνιων και παραποτάμιων κοινοχρήστων εκτάσεων, της έκδοσης των αδειών παραχώρησης της χρήσης για την οικονομική αξιοποίηση των κοινοχρήστων πραγμάτων, καθώς και της εκτέλεσης έργων αναγκαίων για την εθνική οικονομία, με σεβασμό στο ευαίσθητο περιβάλλον της παράκτιας ζώνης και με διασφάλιση στον απαραίτητο βαθμό της κοινής χρήσης».

Ωστόσο, το σχέδιο νόμου δεν υπηρετεί σε καμία περίπτωση την αναλογική και ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στην ανάγκη της οικονομικής ανάπτυξης και τον σεβασμό της προστασίας και του δημόσιου χαρακτήρα του περιβαλλοντικού αγαθού, καθώς περιλαμβάνει διατάξεις που αφενός παραβιάζουν το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στον αιγιαλό και την παραλία, αφετέρου συνιστούν σημαντική οπισθοδρόμηση στην περιβαλλοντική προστασία σε σχέση με το νόμο 2971/2000[i]. Παράλληλα, ο εξορθολογισμός των σχετικών διαδικασιών μάλλον υπονομεύει τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις της προστασίας του περιβάλλοντος και εκτείνεται μέχρι την νομιμοποίηση παράνομων έως τώρα πρακτικών. Ως εκ τούτου, θέτει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και παραβίασης διεθνών υποχρεώσεων της χώρας μας. Τέλος, συμβάλλει καθοριστικά στην άμετρη εκχώρηση της χρήσης των αιγιαλών και των παραλιών από ιδιώτες, με αποτέλεσμα την ιδιωτικοποίηση αγαθών δημοσίου χαρακτήρα.

 

Ειδικότερα, παρατηρούμε τα εξής:

 

Ι. Αποκλειστική χρήση και κατάληψη αιγιαλών και παραλιών από ιδιώτες: κατάργηση του δικαιώματος ελεύθερης και ακώλυτης πρόσβασης των πολιτών (αρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 24 Σ, αρ. 8 ΕΣΔΑ[ii])

 

Μία από τις πιο αξιοσημείωτες και επικίνδυνες «καινοτομίες» του σχεδίου νόμου σε σχέση με το νόμο 2791/2000 είναι η απάλειψη της ρητής κατοχύρωσης του δικαιώματος ελεύθερης και ακώλυτης πρόσβασης των πολιτών σε αιγιαλό, παραλία, όχθη και παρόχθια ζώνη·δικαίωμα το οποίο, υπενθυμίζουμε, κατοχυρώνεται συνταγματικά (αρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 24 Σ[iii]). Ειδικότερα, στα άρθρα 2 παρ. 3 και 10 παρ. 1 δεν γίνεται καμία αναφορά στον κοινόχρηστο χαρακτήρα του αιγιαλού και της παραλίας καθώς και στην προστασία και διαφύλαξη της φυσικής μορφολογίας και των βιοτικών στοιχείων τους. Αντιθέτως, η υπαγωγή της απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας για «την εξυπηρέτηση λουομένων» ή «την αναψυχή του κοινού» (αρ. 11 παρ. 1), εξυπηρετεί την εμπορική χρήση τους από ιδιώτες, δηλαδή επιχειρήσεις και μεγάλες τουριστικές μονάδες. Επιπρόσθετα, δεν προβλέπεται κανένας περιορισμός ως προς την έκταση αιγιαλού που παραχωρείται και καμία ενδιάμεση απόσταση ελεύθερης ζώνης μεταξύ των διαφόρων χώρων του αιγιαλού που έχουν παραχωρηθεί (αρ. 10 παρ. 1), κάτι που εύλογα θα σημάνει την πλήρη κατάληψη των παραλιών από ιδιώτες.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του σχεδίου νόμου, «στην πράξη παραχώρησης περιλαμβάνονται όροι χρήσης που διασφαλίζουν την πρόσβαση του κοινού, ύστερα από αιτιολογημένη στάθμιση των συμφερόντων που εξυπηρετούνται ή βλάπτονται από την παραχώρηση...». Είναι σαφές, από μόνη τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, ότι η ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση του κοινού δεν είναι πλέον ανεπιφύλακτη, αλλά εξαρτάται από την «αιτιολογημένη στάθμιση των συμφερόντων που εξυπηρετούνται ή βλάπτονται από την παραχώρηση» (αρ. 10 παρ. 3), στην οποία προβαίνει ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί να καθορίζει με αποφάσεις τους όρους που διασφαλίζουν τη δυνατότητα χρήσης του πράγματος (αρ. 23 παρ. 2 εδ. στ’). Συνεπώς, το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης αποδυναμώνεται καθοριστικά ως προς την κανονιστική του εμβέλεια, καθώς υπόκειται στην αποκλειστική εκτίμηση και την ενδεχόμενη αυθαίρετη κρίση του αρμόδιου Υπουργού.

 

ΙΙ. «Αξιοποίηση» και ιδιωτικοποίηση αιγιαλών και παραλιών: παραβίαση του δικαιώματος των πολιτών στο φυσικό περιβάλλον (αρ. 24 παρ. 1 και 106 παρ. 2 Σ, 8 ΕΣΔΑ, αρ. 11 παρ. 1 και 15 παρ. 1 ΔΣΟΙΚΠΔ[iv], αρ. 7 και 37 ΧΘΔΕΕ[v])

 

Στο άρθρο 1 παρ. 2 του σχεδίου νόμου, ο ορισμός της «παραλίας» δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρων από την οριογραμμή του αιγιαλού, όπως αντίθετα προέβλεπε το αρ. 1 παρ. 2 του νόμου 2971/2001. Η καταγραφή στο άρθρο 2 παρ. 2 των λιμνών (τεχνητών και φυσικών) και ποταμών που διαθέτουν όχθη και παρόχθια όχθη κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος σχεδίου νόμου είναι αναμφίβολα υπερβολικά περιοριστική. Επιπλέον, με τη διάταξη που περιλαμβάνει το άρθρο 6 παρ. 1 είναι πια δυνατή, μετά από τον καθορισμό της ζώνης παραλίας από την αρμόδια Επιτροπή, η έκδοση άδειας για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε ακίνητα που απέχουν πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού αντί για εκατό (100), όπως ίσχυε με τον προηγούμενο νόμο. Ταυτόχρονα, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει σύντομη προθεσμία δύο (2) μηνών για τη λήψη απόφασης για την υποχρεωτική χάραξη παραλίας, μετά το πέρας της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη ζώνης παραλίας πλάτους δέκα (10) μέτρων.

Το πιο σημαντικό είναι ότι επιτρέπεται με σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Υπουργείου η παραχώρηση εκτάσεων που περιλαμβάνουν κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία, ιστορικούς τόπους ή προστατευόμενες περιβαλλοντικά περιοχές, τοπία ιδιαιτέρου κάλλους ή ευπαθή οικοσυστήματα (αρ. 10 παρ. 4), κατά παράβαση σχετικών διεθνών συνθηκών και του ενωσιακού δικαίου[vi]. Μία ακόμη επιβαρυντική λεπτομέρεια συνιστά το γεγονός ότι η ανάκληση πράξης παραχώρησης γίνεται πλέον μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος (αρ. 10 παρ. 8), έννοια πολύ πιο ασαφής από τη ρητή κατοχύρωση του δικαιώματος ανάκλησης για λόγους προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος που προέβλεπε μεταξύ άλλων ο ν. 2791/2000.

Προβληματισμό προκαλεί, επίσης, ως προς την τήρηση των θεσμικών εγγυήσεων που περιβάλλουν την απόφαση παραχώρησης της χρήσης του αιγιαλού, η διάταξη του αρ. 12 παρ. 1, σύμφωνα με την οποία η παραχώρηση χρήσης αιγιαλού για εκτέλεση έργων μπορεί να πραγματοποιείται για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικών και άλλων σκοπών με απόφαση του ΓΓ Αποκεντρωμένης Διοίκησης, εφόσον κρίνεται ότι τα έργα είναι απολύτως απαραίτητα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επίσης, διευρύνεται υπέρμετρα η δυνατότητα τοποθέτησης πλωτών εξεδρών στη θάλασσα (δημιουργία εξεδρών εμβαδού 1.500 αντί 100 τ.μ.) και προβλέπεται για πρώτη φορά η δημιουργία θαλάσσιων ή λιμναίων πάρκων αναψυχής που καλύπτουν επιφάνεια μέχρι χιλίων πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων (αρ. 13 παρ. 1). Ακόμη, σε εξόφθαλμη αντίθεση με τη συνταγματική επιταγή της προστασίας του περιβάλλοντος έρχεται το άρθρο 13 παρ. 5 που επιτρέπει την επιχωμάτωση θαλάσσιου χώρου για την εξυπηρέτηση τουριστικών μονάδων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία έχει ενταχθεί στο θεσμικό πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων ή για την οποία έχει εγκριθεί ΕΣΧΑΔΑ ή ΕΣΧΑΣΕ[vii].

Εξίσου απροκάλυπτα αντίθετη με τις αρχές ενός σύγχρονου Κράτους Δικαίου είναι και η ρύθμιση που προβλέπει δυνατότητα νομιμοποίησης (και όχι έκδοσης σχετικής άδειας εκ των υστέρων) έργων που κατασκευάστηκαν κατά παράβαση ισχυουσών διατάξεων πριν την έναρξη του παρόντος νόμου (αρ. 15 παρ. 1). Με δεδομένη, επίσης, τη διάταξη του άρθρου 18 που προβλέπει την εξάλειψη ποινικών κυρώσεων για ιδιοκτήτες αυθαιρέτων και υπαλλήλων που έχουν εκδώσει παράνομη άδεια, καθίσταται προφανής η επικινδυνότητα των σχετικών διατάξεων για το περιβάλλον.

 

ΙΙΙ. Συμπεράσματα

 

Συνοπτικά, το παρόν σχέδιο νόμου συνιστά βαθειά οπισθοδρόμηση στην περιβαλλοντική προστασία, σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς του νόμου 2971/2001. Η δυνατότητα αποκλειστικής χρήσης του αιγιαλού από ιδιωτικές επιχειρήσεις-μεγάλες τουριστικές εγκαταστάσεις, δίχως να διασφαλίζεται η δυνατότητα της ελεύθερης και ακώλυτης πρόσβασης των πολιτών, υπηρετεί την πλήρη κατάληψη και εκμετάλλευση των αιγιαλών και των παραλιών από ιδιωτικά συμφέροντα. Η δε παραχώρηση του αιγιαλού και της παραλίας για την εκτέλεση έργων εκτείνεται ανεπίτρεπτα μέχρι και την επιχωμάτωση της θάλασσας. Εφόσον τα παραπάνω συνδυαστούν και με τις σκανδαλώδεις διατάξεις περί δυνατότητας νομιμοποίησης αυθαιρέτων και εξάλειψης ποινικών κυρώσεων σε περιπτώσεις παραβίασης του νόμου, καθίσταται σαφής η επαπειλούμενη ζημία του φυσικού περιβάλλοντος.

Οι προτεινόμενες διατάξεις θέτουν ωστόσο και σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας, εφόσον δεν κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών σε κοινόχρηστα πράγματα, όπως ο αιγιαλός και η παραλία, κατά παράβαση των άρθρου 970 του Αστικού Κώδικα και των άρθρων 5 παρ. 1 και 24 παρ. 1 του Συντάγματος[viii]. Παράλληλα, η άμεση εφαρμογή τους, χάριν της εντατικής οικονομικής «αξιοποίησης», θα οδηγήσει μοιραία σε σημαντική υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, η προστασία του οποίου κατοχυρώνεται, ως γνωστό, ως δικαίωμα και υποχρέωση του Κράτους από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ρητά, μεταξύ άλλων, ότι «η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος…της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», έννοια η οποία περιλαμβάνει οπωσδήποτε και την απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος. Συμπερασματικά, παραβιάζεται το (συνταγματικό) δικαίωμα των πολιτών στην ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση στον αιγιαλό και την παραλία, καθώς και το αντίστοιχο δικαίωμα στη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο προστατεύεται επιπρόσθετα και από διεθνείς συνθήκες και διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που δεσμεύουν την Ελλάδα[ix]. Και, δυστυχώς, φοβούμαστε ότι όταν κηρυχθεί δικαστικά η αντισυνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων, θα είναι ενδεχομένως ήδη αργά, καθώς θα έχουμε βρεθεί ενώπιον συντελεσμένων γεγονότων.

Είναι, επίσης, προφανές ότι το σχέδιο νόμου δεν συνιστά άσκηση επί χάρτου, αλλά περιλαμβάνει (φωτογραφικές) διατάξεις που θα εφαρμοσθούν αυτόματα σε συγκεκριμένες και εκ των προτέρων γνωστές περιπτώσεις. Ειδικότερα, οφείλουμε να αναδείξουμε τον αφανή ρόλο του ΤΑΙΠΕΔ στην πλήρη ιδιωτικοποίηση των ελληνικών αιγιαλών και παραλιών, ο οποίος συνομολογείται άρρητα σε διάφορα επουσιώδη σημεία του σχεδίου νόμου (βλ. για παράδειγμα την αναφορά στην «παραχωρούσα

 

[i] Βλ. σχετικά τα γενικά και ειδικά σχόλια που περιέχονται στην έκτακτη παρέμβαση του WWF Ελλάς προς τα μέλη της Βουλής των Ελλήνων (5 Μαΐου 2014), διαθέσιμη στο http://www.wwf.gr/images/pdfs/Epistoli-pros-vouleftes-gia-nomosxedio-aigialou-May2014.pdf.

 

[ii] Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κυρώθηκε από τη χώρα μας με το N.Δ. 53 της 19/20 Σεπτεμβρίου 1974.

 

[iii] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ Ολ 891/2008.

 

[iv] Το Διεθνές Σύμφωνο Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων κυρώθηκε από τη χώρα μας με το νόμο 1532 της 19ης Μαρτίου 1985.

 

[v] Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος με τη Συνθήκη της Λισαβόνας έχει αποκτήσει το ίδιο νομικό κύρος με τις ιδρυτικές Συνθήκες (αρ. 6 παρ. 1 Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση).

 

[vi] Βλ. σχετικά Γνωμοδότηση της 9ης Φεβρουαρίου 2014 της Αλίκης Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, Ομότιμης Καθηγήτριας Παντείου Πανεπιστημίου και Προέδρου του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ), επί των συνεκδικαζομένων την 11-02-2014 ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’αριθμ. 3036/25-06-2003 και 3877/23-09-2013 αιτήσεων ακυρώσεως.

 

[vii] Οι Στρατηγικές Επενδύσεις αφορούν στη λεγόμενη διαδικασία fast track επενδύσεων που προβλέπει ο Ν.3894/2010. Ο ίδιος νόμος (αρ. 24 Ν.3894/2010, όπως τροποποιήθηκε από το αρ. 2 παρ. 20 του Ν. 4072/2012 και το αρ. 5 παρ. 1 του Ν.4146/2013) προβλέπει επίσης τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ), προκειμένου κυρίως για την αξιοποίηση της περιουσίας της Εκκλησίας. Τέλος, ο Ν.3986/2011, δηλαδή ο ιδρυτικός νόμος του ΤΑΙΠΕΔ, προβλέπει (αρ. 12 και επ.) τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημόσιων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) προκειμένου για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας που ανήκει στο κράτος.

 

[viii] Π. Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο¸ 6η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 702-708.

 

[ix] Ενδεικτικά αναφέρουμε το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τα άρθρα 11 παρ. 1 και 15 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΔΣΟΙΚΠΔ), καθώς και τα άρθρα 7 και 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ).

 

Ενημερωτικό Δελτίο

   Την Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014, συνεκδικάσθηκαν, ενώπιον του Δ’ τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, δύο αιτήσεις ακυρώσεως.

   Η μία αίτηση ασκήθηκε από έξι Κερκυραίους και αφορούσε το ξεπούλημα «αγροτεμαχίου» 88 στρεμμάτων στην Κάτω Κορακιάνα Κέρκυρας, η δεύτερη ασκήθηκε από 60 Κερκυραίους και αφορούσε 1.800 στρέμματα από τη Λιμνοθάλασσα του Ίσσου ή Λιμνοθάλασσα των Κορισσίων. Προήδρευε ο Αντιπρόεδρος του ΣτΕ κ. Δ. Πετρούλιας και εισηγήτρια ήταν η Πάρεδρος κα Μ. Σωτηροπούλου. Πληρεξούσιος των αιτούντων ήταν ο δικηγόρος Αθηνών κ. Α. Θωμόπουλος, ο οποίος κατέθεσε και ανέπτυξε στο ακροατήριο κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του τα επιχειρήματα μακράς γνωμοδότησης (30 σελίδων συν φωτογραφίες και άλλα σχετικά) της Καθηγήτριας και Προέδρου του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ) κας Αλίκης Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου.

     Με τη γνωμοδότηση αυτή υποστηρίζεται από άποψη τόσο εθνικού όσο και ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, η ακύρωση των πράξεων μεταβίβασης στο ΤΑΙΠΕΔ των δύο αυτών εκτάσεων.

    Σημειωτέον ότι το «αγροτεμάχιο» των 88 στρεμμάτων της Κάτω Κορακιάνας περιγράφεται βαρύτατα απατηλά, η δε πωλούμενη έκταση της Λιμνοθάλασσας των Κορισσίων έχει χαρακτηρισθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές δάσος και επομένως είναι αναπαλλοτρίωτη. Επιπλέον περιέχει σπάνια ζώα και φυτά, γι’ αυτό και προστατεύεται ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας από το Δίκτυο Natura 2000. Σ’ αυτήν την περιοχή η προκήρυξη του ΤΑΙΠΕΔ προβλέπει κατασκευή γηπέδου γκολφ και άλλα ανάλογα !

    Η Κάτω Κορακιάνα, που χαρακτηρίζεται ψευδώς ως «αγροτεμάχιο», περιλαμβάνει τρία παλάτια (castelli): Μιμπέλι, Μιμπελίνο και Μιμπελέτο. Ειδικά το Μιμπελέτο αποτελεί παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και περιέχει έργα τέχνης ανυπολόγιστης αξίας [Δομ. Θεοτοκόπουλου (;), Γ. Ιακωβίδη, Νικ. Λύτρα, Ν. Γύζη, Κ. Παρθένη, Γ. Μόραλη κ.ά.].

     Υπενθυμίζουμε ότι αυτά τα παλάτια είχαν χαρακτηρισθεί παλαιότερα από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού και τώρα Πρωθυπουργό της Ελλάδας ως «μνημεία».

     Για ποιόν άραγε προορίζεται αυτό το «αγροτεμάχιο»;

     Όλοι οι Κερκυραίοι περιμένουν εναγωνίως την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή θα έχει αντίχτυπο και σε άλλα «ξεπουλήματα», τα οποία έχουν ανατεθεί στο ΤΑΙΠΕΔ, θεσμό που καμία άλλη χώρα, πλην της Ελλάδας, δεν έχει αποδεχθεί.

   Αξίζει να αναφερθεί ότι σε όλη την Κέρκυρα, πόλη και χωριά, πραγματοποιείται σωρεία εκδηλώσεων διαμαρτυρίας διαφόρων μορφών και ειδών. Η Κέρκυρα πρέπει να αποτελέσει αξιομίμητο παράδειγμα και για άλλες περιοχές της Ελλάδας που ξεπουλιούνται.

   Επισημαίνεται ότι η γνωμοδοτούσα Καθηγήτρια και Πρόεδρος του ΙΜΔΑ, κα Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, όπως πάντοτε, ουδεμίαν αμοιβή εισέπραξε για τη σύνταξη της γνωμοδότησής της.

         

Αθήνα, 17 Φεβρουαρίου 2014