Αποκρατικοποιήσεις, κυριαρχία και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη (Της Αιμιλίας Ιωαννίδου, Συντονίστρια Ομάδας Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι)

Αποκρατικοποιήσεις, κυριαρχία και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη

Της Αιμιλίας Ιωαννίδου*

Με μεγάλη ανησυχία πα­ρακολουθούμε τη δρο­μολόγηση της «αποκρα­τικοποίησης» μεγάλου αριθμού και υψίστης για το κοινωνικό σύνολο σημασίας περιουσιακών στοι­χείων του Δημοσίου.(1)

Η επ’ αφορμή της κρίσης χρέους που αντιμετωπίζει η χώρα μας υιοθέ­τηση ρυθμίσεων συνεπαγομένων τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, διαρρηγνυουσών τον κοινωνικό ιστό και αναιρετικών βασικών στοιχείων του κοινωνικού κράτους δικαίου και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμά­των ή καταλυτικά δυσχεραινουσών την άσκησή τους, συνεχίζεται με τις σχεδιαζόμενες «αποκρατικοποιήσεις» οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή και επιχειρήσεων μη συγκαταλεγομένων μεν στην προανα­φερθείσα κατηγορία, αλλά που αποφέρουν σημαντικά έσοδα στα δημό­σια ταμεία, συμβάλλοντας καίρια στη δυνατότητα σχεδιασμού και άσκησης δημοσίων πολιτικών, ή μεριδίων συμ­μετοχής σε αυτές, καθώς επίσης και άλλων περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.

Βάσει του εφαρμοστικού νόμου του μεσοπροθέσμου πλαισίου δημο­σιονομικής στρατηγικής,(2) ενός ακό­μη νομοθετήματος που υιοθετήθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο ως συνέ­πεια πίεσης ασκηθείσας από το νομικά και πολιτικά sui generis μόρφωμα της «τρόικα», χωρίς ουσιαστική διαπραγ­μάτευση με την ελληνική κυβέρνηση, προορίζονται μεταξύ άλλων για «αποκρατικοποίηση» επιχειρήσεις όπως η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, η ΔΕΗ ή ο ΟΣΕ, αερο­δρόμια, κεντρικά και περιφερειακά λι­μάνια της χώρας, κτήρια υπουργείων και δημοσίων υπηρεσιών, δημόσιες εκτάσεις.

(Ο όρος «αποκρατικοποίηση» ανα­φέρεται τόσο στην εν στενή εννοία ιδι­ωτικοποίηση, δηλαδή την πώληση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, όσο και στη λεγόμενη «αξιοποίηση» που αναφέρεται στην παραχώρηση δια­φόρων ειδών δικαιωμάτων επ’ αυτών, με αποτέλεσμα την διαφόρων βαθμών αποξένωση του κράτους από τον έλεγ­χό τους.)

Συνέπειες

Οι προγραμματιζόμενες απο­κρατικοποιήσεις υποτί­θεται ότι θα επιτρέψουν την «προσέλκυση σημα­ντικών διεθνών ροών κεφαλαίου, που θα συνεισφέρουν στην επανεκκίνηση της ελληνικής  οικονομί­ας και θα τροφοδοτή­σουν την οικονομική ανάπτυξη».(3) Επιπλέον φαίνεται πως πολλοί συ­μπολίτες μας οδηγούνται στο πλανημένο συμπέ­ρασμα ότι οι αποκρατικοποιήσεις αποτελούν τη μόνη λύση ώστε να αποφευχθεί η λήψη και νέων επαχθών για το ήδη βάναυσα πληγέν εισόδημά τους μέτρων λιτότητας.

Κατά τη γνώμη μας, η κίνηση αυτή θα καταφέρει ένα ακόμη, καίριο πλήγ­μα στην εθνική κυριαρχία, το κοινωνι­κό κράτος δικαίου, το κοινωνικό συμ­βόλαιο και συνεπώς στη δημοκρατία και τη δυνατότητα άσκησης εκ μέρους των Ελλήνων πολιτών θεμελιωδών δι­καιωμάτων του ανθρώπου.

Οι λόγοι είναι απλοί. Αν εξετάσουμε κατ’ αρχάς τις συνέπειες της εκποίη­σης της δημόσιας περιουσίας θα δια­πιστώσουμε ότι περιορίζει δραστικά, σε ανεπίτρεπτο βαθμό, τη δυνατότη­τα εξυπηρέτησης του δημοσίου συμ­φέροντος και τιτρώσκει βάναυσα την εθνική κυριαρχία αφού αφαιρεί από το κράτος (και, γενικότερα, από τη δημόσια σφαίρα) τον έλεγχο στρατη­γικής σημασίας οργανισμών και επι­χειρήσεων, υποδομών ή άλλων ακι­νήτων και εκτάσεων και καταργεί την δι’ αυτών δυνατότητα σχεδιασμού και άσκησης των αντιστοίχων δημοσίων πολιτικών, αφού τα περιουσιακά αυτά στοιχεία που αποτελούσαν τα μέσα, τα οχήματα προς επίτευξιν των ανω­τέρω στόχων, δεν του ανήκουν πλέον, ενώ δύσκολα μπορεί κατόπιν της εκποίησης να διατηρηθεί κάποια μορφή στοιχειώδους ελέγχου υπό το τρέχον νομικό πλαίσιο(4) (και, βέβαια, ιδίως στα πλαίσια της λογικής που διέπει και χαρακτηρίζει τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα μας καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης).

Οι νέοι ιδιοκτήτες δι­καιούνται ως ιδιώτες να δι­αχειρίζονται τα αποκτήματά τους με αποκλειστικό κριτήριο και στόχο την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού τους συμφέροντος. [Στην ειδικότερη δε περίπτω­ση της ιδιωτικοποίησης επιχει­ρήσεων κοινής  ωφελείας  θα πρέπει να σημειωθεί μεταξύ άλ­λων ιδίως ότι το σχετικό, ευρωπαϊ­κής προέλευσης νομικό πλαί­σιο που αρθρώνεται γύ­ρω από την έννοια της «καθολικής υπηρεσίας» αφορά μόνο ορισμένες κατηγορίες κοινωφε­λών δραστηριοτήτων και, στα πλαίσιά τους, διασφαλίζει την εξυπηρέτηση ορισμένων μόνο, στοιχειωδών επιτα­κτικών αναγκαιοτήτων κοινωνικού χα­ρακτήρα, γεγονός που έχει ως απο­τέλεσμα να μην αμβλύνονται εν προ­κειμένω δραστικά οι βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον συνέπειες τέτοιων ιδιωτικοποιήσεων, οι συνιστάμενες κα­τά βάσιν στην απώλεια εκ μέρους του κράτους της δυνατότητας γνήσιας χά­ραξης πολιτικής με εργαλείο τα ιδιωτικοποιημένα πλέον αυτά περιουσιακά στοιχεία και στα επακόλουθα αυτής.]

Αποτυχία

Μία περαιτέρω συνέπεια των ανω­τέρω συνίσταται στο δραστικό περι­ορισμό της δυνατότητας άσκησης εκ μέρους του κράτους του αναπτυξια­κού και αναδιανεμητικού του ρόλου, γεγονός που θα οξύνει ακόμη περισ­σότερο τις κοινωνικές εντάσεις και που θα επιδεινώσει τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού.

Θα πρέπει δε σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι αντίστοιχα ισχύουν και για αρκετές από τις λοιπές(5) προτεινό­μενες μορφές «αξιοποίησης» περιου­σιακών στοιχείων του Δημοσίου.

Οι συνέπειες κάποιων εξ αυτών δι­αφέρουν από τις προαναφερθείσες κατά βάσιν μόνο στην ένταση, η οποία θα είναι ανάλογη προς τους όρους υπό τους οποίους συμφωνείται σε κά­θε περίπτωση να πραγματοποιηθεί η «αξιοποίηση». Παραδείγματος χάριν, οι παραχωρήσεις χρήσης για δεκαετί­ες δεν απέχουν πολύ από την εκποίη­ση ως προς τις συγκεκριμένες λειτουρ­γίες που θα παραχωρηθούν.

Είναι επιπλέον προφανές ότι, πέραν των προαναφερθέντων, ακόμη και στο καθαρά οικονομικό πεδίο, η αποτυχία είναι προδιαγεγραμμένη. Η εκποίηση ή η σύναψη διαφόρων άλλων συμβάσεων «αξιοποίησης» στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης και δεδομένης της ακραίας υποτίμησης των προς αποκρατικοποίησιν περιουσιακών στοι­χείων σε συνδυασμό με την επιτακτι­κή ανάγκη εξεύρεσης πόρων για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους θα έχει ως αποτέλεσμα έσοδα πολύ κα­τώτερα των επιδιωκομένων, αφού οι υποψήφιοι επενδυτές θα επιδιώξουν το συμφέρον τους εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του ελληνικού κράτους, ενώ παράλληλα θα αποστερήσει το ελληνικό κράτος από κεφαλαιώδους σημασίας πηγές εσόδων.

Πρόκειται συνεπώς περί καταστρο­φικής επιλογής, από κάθε άποψη. Και πρόκειται μάλιστα περί επιλογής η οποία δεν θα απαλλάξει τον χειμαζό­μενο ελληνικό λαό από τη λήψη νέων μέτρων λιτότητας.

Πολύ σύντομα, λόγω όλων των προ­αναφερθέντων, οι Έλληνες θα βρεθούν και πάλι αντιμέτωποι με περαι­τέρω αιματηρές θυσίες, ενώ θα έχουν πια απολέσει και το τελευταίο τους όπλο σε αυτή την άνιση μάχη: τη δη­μόσια περιουσία, τον κοινό σε όλους μας πλούτο.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι ο ελληνικός λαός θα πρέπει να απορρίψει τα διλήμ­ματα του τύπου «Σκύλλα ή Χάρυβδη». Ούτε τα βάναυσα μέτρα λιτότητας που φέρουν τη σφραγίδα του κοινωνικού δαρβινισμού ούτε οι αποκρατικοποιή­σεις που πλήττουν καίρια την εθνική ανεξαρτησία και απογυμνώνουν τη χώρα μας από κάθε δυνατότητα άσκη­σης πολιτικής αποτελούν λύση στο πρόβλημα του χρέους.

Η δε μακροχρόνια παράλειψη της λήψης μέτρων για την παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας, καθώς επίσης και τα όντως υπαρκτά, συχνά εγκληματικά σφάλματα στη μέχρι σή­μερα διαχείριση του εθνικού πλούτου και του δημοσίου χώρου δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν την καταστροφική επιλογή της απώλειας του δημοσίου ελέγχου επ’ αυτών.

Δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουμε την αυτοαναίρεση της χώρας μας.

Λέμε όχι στις αποκρατικοποιήσεις.

Ζητούμε από την ελληνική κυβέρ­νηση να διαπραγματευθεί, για πρώτη φορά, έστω και αυτή την ύστατη ώρα, τους όρους χρηματοδότησης της χώρας σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, διεκδικώντας αντιμετώπιση ισότιμου εταίρου και απαιτώντας τη διασφάλιση, και στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης, των βα­σικών αρχών που διέπουν το ευρωπαϊ­κό οικοδόμημα, με πρώτη και κύρια την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών - με­λών, τη δημοκρατία και τον σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου. Θεωρούμε ότι ο ευρωπαϊκός, αν όχι παγκό­σμιος και σίγουρα «πανδυτικός» χαρα­κτήρας της κρίσης μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση των διαπραγματευτικών μας επιχειρημάτων, δεδομέ­νης της στενής και πολύπλοκης διασύν­δεσης μεταξύ των οικονομιών.

Πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη «συμμα­χιών» με άλλα κράτη της Ένωσης που βρίσκονται αντιμέτωπα με παρόμοια προβλήματα θα λειτουργήσει ενισχυ­τικά της διαπραγματευτικής αυτής προσπάθειας.

Φρονούμε ότι η χώρα μας θα πρέ­πει να επιδιώξει, σε συνεργασία με άλλες, ένα ευρωπαϊκό άλμα προς τα εμπρός που θα αναιρέσει τις νομικές, οικονομικές και πολιτικές ανισορροπίες καθώς και τον υδροκεφαλισμό που χαρακτηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδό­μημα και που θα ενισχύσει, μεταξύ άλλων, τη δημοκρατία και τους μηχα­νισμούς αλληλεγγύης στο εσωτερικό της Ένωσης.

Τέλος, απαιτούμε από την ελληνική κυβέρνηση να θωρακίσει και να διαφυ­λάξει, όπως έχει χρέος, τα ιστορικά, πο­λιτικά, νομικά και κοινωνικά κεκτημένα του ελληνικού λαού απέναντι σε κάθε οπισθοδρόμηση και κάθε επιβουλή.

* Δικηγόρος Αθηνών, υπ. Διδάκτωρ Université Paris II , Panthéon-Assas Συντονίστρια Ομάδας Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στο πλαίσιο του παρόντος κειμέ­νου θα χρησιμοποιούμε, αδιακρίτως, τους όρους «περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου», «δημόσια περιουσία» και «στοιχεία δημόσιας περιουσίας» για να αναφερθούμε στα αντικείμενα των σχεδιαζομένων αποκρατικοποιή­σεων, τα οποία, σύμφωνα με το άρ­θρο 1, παρ. 1 του ν. 3986/2011 συνί­στανται σε «περιουσιακά στοιχεία της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου καθώς και περιουσιακά στοιχεία των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολο­κλήρου, άμεσα ή έμμεσα στο Δημό­σιο ή σε ΝΠΔΔ».

2. Ν. 3986/2011

3. http://www.hradf.com/gr/the-fund

4. Βλ. ενδεικτικά στοιχεία της νομο­λογίας του ΔΕΕ σχετικά με τη λεγόμενη «χρυσή μετοχή». Γενικότερα, μια τέτοια προσπάθεια θα προσέκρουε κατά πάσα πιθανότητα μεταξύ άλλων στο διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό νομικό πλαίσιο το προστατευτικό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, των οι­κονομικών ελευθεριών, του ελευθέ­ρου ανταγωνισμού κ.λπ. και βέβαια θα προϋπέθετε και τη σχετική πολι­τική βούληση, κάτι που δεν κρίνουμε πιθανό να συμβεί τρεχόντως. Και, εν τέλει, αν το κράτος επιθυμεί να δια­τηρήσει τον έλεγχο επί περιουσιακών του στοιχείων, δεν έχει παρά να μην τα εκποιήσει ή να μην τα «αξιοποιή­σει» με τρόπο που δεν του επιτρέπει να ασκεί επ’ αυτών επαρκή έλεγχο.

5. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παρ. 1 του ν. 3986/2011, ο όρος «αξιοποίη­ση» συμπεριλαμβάνει και την πώλη­ση/εκποίηση.