Η Ομάδα Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου,

 

EΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑς την προστασία που παρέχουν στην ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης ειδικά τα άρθρα 37 -44 της Συνθήκης της Λωζάννης καθώς και γενικότερα το άρθρο 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπως αυτό ερμηνεύεται από το Γενικό Σχόλιο υπ’αριθμόν 23 -General Comment No. 23 της 8ης Απριλίου 1994, CCPR/C/21/Rev.1/Add.5-, η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και η Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τις Εθνικές ή Εθνοτικές, Θρησκευτικές και Γλωσσικές Μειονότητες της 18ης Δεκεμβρίου 1992 -Α/RES/47/135 , όπου, κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ιδίως, «States shall take measures where required to ensure that persons belonging to minorities may exercise fully and effectively all their human rights and fundamental freedoms without any discrimination and in full equality before the law,

 

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαγορεύει κάθε διάκριση για οποιοδήποτε λόγο και ρητά δε τις διακρίσεις για λόγους αναφερόμενους στη θρησκεία, στη γλώσσα ή στην εθνική καταγωγή. (ά. 14 ΕΣΔΑ),

 

ΚΑΤΑΘΕΤΟΝΤΑΣ την αδιαμφισβήτητη αλήθεια των αριθμών: η Ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, η προστατευόμενη από τη Συνθήκη της Λωζάννης, των 130 χιλιάδων (1923) , δεν αριθμεί πλέον, περισσότερους των 3 χιλιάδων, όταν η έτερη από τη Συνθήκη της Λωζάννης προστατευόμενη μειονότητα, αυτή των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, των 86 χιλιάδων (1923), εγγίζει σήμερα τις 120 χιλιάδες, ευημερεί, και απολαμβάνει καθεστώτος ισονομίας, και ισοπολιτείας, όπως άλλωστε δικαιούται,

 

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ πως, η από του 1974 απόφαση του Yargıtay -Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Τουρκίας-, η οποία έχει επιτρέψει την, αναδρομική μάλιστα, αρπαγή του μεγαλυτέρου μέρους της ακίνητης περιουσίας των μειονοτικών ιδρυμάτων, της κτηθείσης από το 1936, τελεί εν ισχύι και εξακολουθεί να αποτελεί βάση αρπαγής εκ μέρους του τουρκικού Δημοσίου των μειονοτικών ιδρυματικών περιουσιών,

 

ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΣ το εύρος της έννοιας και, συνακόλουθα, της προστασίας της ιδιοκτησίας όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ («Every natural or legal person is entitled to the peaceful enjoyment of his possessions.»),

 

ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΜΕ την απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2007 του ΕΔΔA στην υπόθεση Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı (Μεγάλη του Γένους Σχολή) κατά Τουρκίας, σχετικά με ακίνητο της πρώτης που απαλλοτριώθηκε παράνομα, και την επιδίκαση της υποχρέωσης της επιστροφής αυτού εντός προθεσμίας τριών μηνών, άλλως, της καταβολής αποζημίωσης ύψους 890 χιλιάδων ευρώ,

 

ΑΞΙΩΝΟΥΜΕ την πλήρη και άμεση συμμόρφωση της Τουρκίας προς την απόφαση,

 

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ την πραγματική συμμόρφωση αυτής με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ όπως αυτές ερμηνεύονται στην απόφαση, δια της οποίας, τα ομογενειακά ιδρύματα της ελληνορθόδοξης μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, αναγνωρίζονται ως οι μόνοι νόμιμοι κύριοι σύνολης της ακίνητης περιουσίας, την οποία, το τουρκικό κράτος έχει χαρακτηρίσει «κατειλημμένα» και οικειοποιηθεί παράνομα,

 

ΑΞΙΩΝΟΥΜΕ από την Τουρκία να σεβαστεί εν γένει τα δικαιώματα της ελληνορθόδοξης μειονότητας, ιδίως την θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 9 ΕΣΔΑ) και το δικαίωμα στην ομογενειακή εκπαίδευση (άρθρο 41 Συνθ. Λωζάννης, όπως αυτό ενίσχυσαν η Μορφωτική Συμφωνία του 1951 και το Μορφωτικό Πρωτόκολλο του 1968, και άρθρο 4§3 Διακήρυξης Γενικής Συνέλευσης Ηνωμένων Εθνών του 1992 για τις Μειονότητες),

 

ΚΑΛΟΥΜΕ την Τουρκία να αναγνωρίσει την Οικουμενικότητα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, ως της πνευματικής κεφαλής 200 εκατομμυρίων ορθοδόξων ανά την υφήλιο, καθώς και την νομική υπόστασή του, την αρμόζουσα στο διεθνή χαρακτήρα του, όπως επίσης και να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία του θεσμού και το σεβασμό όλων των δικαιωμάτων του,

 

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ να διασφαλίσει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης καθώς και κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος της ελληνορθόδοξης μειονότητας,

 

ΑΞΙΩΝΟΥΜΕ την παύση του εποικισμού των αφελληνιζόμενων Ίμβρου και Τενέδου, όπου, οι ομογενείς κάτοικοι υπολείπονται πλέον του αριθμού των 500, την απομάκρυνση των εποίκων, την εφαρμογή του άρθρου 14 της Συνθήκης της Λωζάννης και την άρση της απαγόρευσης της διδασκαλίας εκεί της ελληνικής γλώσσας,

 

ΖΗΤΟΥΜΕ την άμεση συμμόρφωση της Τουρκίας προς την υποχρέωσή της προς παροχή πραγματικής και αποτελεσματικής προστασίας σε κάθε δικαιούμενο ενώπιον των αρχών της, δικαστικών και λοιπών (άρ. 13 ΕΣΔΑ),

 

ΖΗΤΟΥΜΕ από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη μη αποδοχή της Τουρκίας ως κράτους-μέλους της Ένωσης αν δεν πληρωθούν εκ μέρους της τα τρία κριτήρια προσχώρησης όπως αυτά διατυπώθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Κοπεγχάγη (1993) και ενισχύθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Μαδρίτη (1995), ιδίως το πολιτικό κριτήριο που απαιτεί σταθερότητα θεσμών που εγγυώνται τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα του ανθρώπου και το σεβασμό και την προστασία των μειονοτήτων. Καταδικάζουμε συνεπώς την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να πληρούται το παραπάνω κριτήριο. Τέλος τονίζουμε ότι η συμμόρφωση της Τουρκίας προς τις διεθνείς της υποχρεώσεις και το κοινοτικό κεκτημένο, καθώς και ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν αποτελεί εκ μέρους της παραχώρηση, αλλά στοιχειώδη, αυτονόητη υποχρέωσή της .

 

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ από την Ελληνική Πολιτεία να υποστηρίξει και διεκδικήσει επίτέλους με κάθε νόμιμο τρόπο, και ενώπιον οιασδήποτε αρχής, Τουρκικής και διεθνούς, άπαντα τα δικαιώματα της ελληνορθόδοξης μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

 

 

 

 

 

ΨΗΦΙΣΜΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΑΝΤΙΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

 

Η Ομάδα Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ON-IΜΔΑ),

 

Α. Διαπιστώνοντας με έντονη ανησυχία την αυξανόμενη χρήση βασανιστηρίων και άλλων μεθόδων σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ως μέσο καταπολέμησης της τρομοκρατικής απειλής.

 

Β. Αντιδρώντας στις απόπειρες ηθικής και νομικής δικαιολόγησης οιασδήποτε μορφής βασανισμού.

 

Γ. Επισημαίνοντας ότι η απαγόρευση των βασανιστηρίων, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί σε πλειάδα διεθνών συμβατικών κειμένων (ενδεικτικά α. 5 Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ά. 3 και 7 Σύμβασης ΗΕ κατά των Βασανιστηρίων, α. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, α. 3 ΕΣΔΑ, το ταυτόσημο άρθρο 3 των Συμβάσεων της Γενεύης και ειδικότερα τα άρθρα 17 της Τρίτης και 32 της Τέταρτης) συνιστά κανόνα αναγκαστικού δικαίου (ius cogens).

 

Δ. Υπενθυμίζοντας ότι βάσει του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου η τέλεση βασανιστηρίων και λοιπών εξευτελιστικών πρακτικών συνιστά υπό προϋποθέσεις έγκλημα πολέμου ή/και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

 

Ε. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι υπ’ αριθμ. 1456/2003 και 1624/2005 Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς και τα υπ’ αριθμ. 57/129, 58/187, 59/191 Ψηφίσματα της ΓΣ του ΟΗΕ, ενώ αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα της πάταξης της τρομοκρατίας, καλούν τα κράτη να μεριμνήσουν ούτως ώστε τα οιαδήποτε αντιτρομοκρατικά μέτρα να μην αντίκεινται στις δεσμεύσεις που απορρέουν από το διεθνές εθιμικό και συμβατικό δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το δίκαιο προστασίας των προσφύγων καθώς και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

 

ΣΤ. Τονίζοντας ότι από της εγκαθιδρύσεως των νέων «κυβερνήσεων» στο Αφγανιστάν (2002) και στο Ιράκ (2004) έχει εκλείψει ο διεθνής, κατά το δίκαιο των Συμβάσεων της Γενεύης, χαρακτήρας της ένοπλης σύγκρουσης (international armed conflict) και συνεπώς οι ΗΠΑ στερούνται πλέον και του δικαιώματος επίκλησης των ειδικών αποκλινουσών ρυθμίσεών τους οι οποίες επιτρέπουν μεταξύ άλλων την προσωπική κράτηση των συλλαμβανομένων αιχμαλώτων πολέμου (άρθρ. 118 της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης ) και αμάχων πολιτών (άρθρ. 133 παρ. 1 Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης) χωρίς δικαστικό έλεγχο μέχρι του πέρατος των εχθροπραξιών.

 

Ζ. Διασαφηνίζοντας ότι οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες σε Ιράκ και Αφγανιστάν υπάγονται πλέον στο καθεστώς της μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης (non international armed conflict) όπως αυτό ρυθμίζεται από το κοινής διατύπωσης άρθρο 3 της Τρίτης και Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης καθώς και το Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, τα οποία και επιτάσσουν την ανθρώπινη μεταχείριση των κρατουμένων και διασφαλίζουν το δικαίωμα προσφυγής κατά της κράτησής τους.

 

Η. Σημειώνοντας ότι το δικαίωμα προσφυγής κατά της προσωπικής κράτησης (right to habeas corpus) δεν επιδέχεται αποκλίσεις (non derogable right) σύμφωνα με τη νομολογία διεθνών και περιφερειακών δικαιοδοτικών οργάνων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

 

Θ. Υπογραμμίζοντας ότι η αναγνώριση από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σε κάθε Κράτος δικαιοδοσίας και εκτός εδαφικής επικράτειάς του εφόσον ασκείται επί προσώπων εξουσία ή κυριαρχικός έλεγχος, καθιστά νομικά αστήρικτη την άρνηση των ΗΠΑ να συμμορφωθούν με τις διεθνείς τους υποχρεώσεις αναφορικά με τη μεταχείριση των κρατουμένων στη βάση του Guantánamo ή σε οποιαδήποτε άλλη στρατιωτική βάση ή εγκατάσταση εκτός αμερικανικού εδάφους,

 

Ι. Αποδοκιμάζοντας την υιοθέτηση από το Αμερικανικό Κογκρέσο του Νόμου περί Ίδρυσης Στρατιωτικών Επιτροπών (Military Commissions Act), ο οποίος μεταξύ άλλων:

 

(α) Καταργεί το δικαίωμα επίκλησης των Συνθηκών της Γενεύης ως πηγής δικαιωμάτων.

 

(β) Στερεί τους κρατουμένους του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον της Τακτικής Δικαιοσύνης κατά της νομιμότητας της κράτησής τους.

 

(γ) Περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του Νόμου περί Εγκλημάτων Πολέμου (War Crimes Act) με τον να μην ποινικοποιεί ευθέως πράξεις που συνιστούν σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

 

ΙΑ. Έντονα θορυβημένοι από το γεγονός ότι ο αμερικανικός Νόμος περί Μεταχείρισης των Κρατουμένων (Detainee Treatment Act) επιτρέπει τη χρήση αποδεικτικών μέσων τα οποία αποτελούν προϊόν πειθαναγκασμού (coercion), εφόσον κατά την κρίση των Στρατιωτικών Επιτροπών διαθέτουν αποδεικτική αξία.

 

Θεωρεί απαραίτητη την άμεση λήψη των ακόλουθων μέτρων:

 

 

1. Απαιτούμε την ανεξαίρετη και καθολική συμμόρφωση με την αρχή της απαγόρευσης κάθε είδους βασανιστηρίων και σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.

 

2. Ζητούμε την άμεση άρση από μέρους των ΗΠΑ των επιφυλάξεων που έχουν διατυπώσει ως προς τον ορισμό των βασανιστηρίων τόσο στη Σύμβαση ΗΕ κατά των Βασανιστηρίων όσο και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και ταυτόχρονα τις καλούμε να κυρώσουν τα δύο Πρόσθετα Πρωτόκολλα των Συμβάσεων της Γενεύης.

3. Καλούμε το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να εμμείνει στη νομολογιακά επικυρωμένη (απόφαση Hamdan vs. Rumsfeld της 29/06/06) θέση του, σύμφωνα με την οποία η ίδρυση, με πράξη μάλιστα της εκτελεστικής εξουσίας, στρατιωτικών επιτροπών χωρίς εγγυήσεις διεξαγωγής μιας δίκαιης δίκης παραβιάζει τόσο το αμερικανικό δίκαιο (και συγκεκριμένα στον Ενοποιημένο Κώδικα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης / Uniform Code of Military Justice) όσο και τις Συνθήκες της Γενεύης, πολλώ μάλλον όταν η κυβέρνηση Μπους, καταστρατηγώντας την θεμελιώδη δημοκρατική αρχή της διάκρισης των εξουσιών, επανέρχεται εκδίδοντας νόμο (Military Commissions Act) με περιεχόμενο ίδιο με εκείνο της Στρατιωτικής Διάταξης της 13ης Νοεμβρίου 2001 (Military Order of November 13, 2001 on the Detention, Treatment, and Trial of Certain Non-Citizens in the War Against Terrorism), την οποία και ακύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του.

 

4. Θεωρούμε απαράδεκτη τη συνέχιση της λειτουργίας, υπό το παρόν νομικό καθεστώς, χώρων κράτησης εκτός αμερικανικού εδάφους (Guantánamo στην Κούβα, αεροπορική βάση Bagram στο Αφγανιστάν, φυλακές του Abu Ghraib στο Ιράκ) και ειδικότερα εφιστούμε την προσοχή στην ανάγκη άμεσης κατάργησης των μυστικών φυλακών της CIA στην ηπειρωτική Ευρώπη και τη Μεγάλη Βρετανία.

 

5. Προβάλλουμε ως επιβεβλημένη την άμεση διακοπή της πρακτικής των μυστικών μεταγωγών (renditions) και κρατήσεων υπόπτων τρομοκρατίας.

 

6. Θέτουμε ως απόλυτη προτεραιότητα την αναγνώριση των δικαιωμάτων της δικαστικής ακρόασης και προστασίας σε κρατουμένους οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι ή κατηγορούνται για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων.

 

7. Θεωρούμε ως άμεση απόρροια της απαγόρευσης των βασανιστηρίων τον απόλυτο σεβασμό των ακόλουθων αρχών:

 

(α) Μη επαναπροώθηση κρατουμένου όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι κινδυνεύει να υποστεί βασανισμό στο Κράτος προορισμού.

 

(β) Άμεση προσαγωγή ενώπιον της Ποινικής Δικαιοσύνης προσώπων κάθε αξιώματος ή λειτουργήματος τα οποία φέρονται να έχουν τελέσει, συμμετάσχει ή συνεργήσει σε βασανισμούς κρατουμένων.

 

(γ) Απαγόρευση της κράτησης για αόριστο χρονικό διάστημα ή/και σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης (incommunicado detention).

 

(δ) Απαγόρευση της χρήσης στο πλαίσιο οιασδήποτε διαδικασίας αποδεικτικών μέσων τα οποία έχουν αποκτηθεί μέσω βασανιστηρίων και λοιπών απάνθρωπων ή εξευτελιστικών πρακτικών.

 

8. Ζητούμε την άμεση ταυτοποίηση των απαχθέντων και κρατουμένων σε μυστικές τοποθεσίες (γνωστές και ως black sites) καθώς και την σχετική ενημέρωση των οικείων τους, των νομικών τους εκπροσώπων και της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού.

 

9. Αναφορικά με πρόσωπα που έχουν αφεθεί ελεύθερα ύστερα από παράνομη κράτηση ως μέτρο αντιτρομοκρατικής πολιτικής, κρίνουμε επιτακτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Την εξασφάλιση του επαναπατρισμού τους, εφόσον δεν διατρέχουν εκ νέου κίνδυνο αυθαίρετης κράτησης, βασανιστηρίων, μη δίκαιης δίκης ή επιβολής της θανατικής ποινής.

 

(β) Την παροχή σε όσους το επιθυμούν του δικαιώματος αίτησης ασύλου.

 

(γ) Την άμεση καταβολή δίκαιων αποζημιώσεων για την ηθική και υλική βλάβη που έχουν υποστεί.

 

 

ΨΗΦΙΣΜΑ KΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

 

 

 

 

Η Ομάδα Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,

 

Α. Διαπιστώνοντας με έντονη ανησυχία ότι 5 χρόνια μετά το πολυαίμακτο χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, με την επίκληση της εξουδετέρωσης τρομοκρατικών απειλών, διευρύνεται η καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε παγκόσμια κλίμακα.

 

Β. Παρατηρώντας ότι η διάχυση φόβου έναντι των τρομοκρατικών επιθέσεων χρησιμοποιείται ως προσχηματική αιτία για την κήρυξη ΄΄προληπτικών΄΄ πολέμων.

 

Γ. Εκτιμώντας ότι πολεμικές επεμβάσεις ΄΄προληπτικού΄΄ χαρακτήρα δεν είναι δυνατόν να ταυτισθούν σε καμία περίπτωση με πράξεις νόμιμης αυτοάμυνας.

 

Δ. Έντονα θορυβημένοι από το γεγονός ότι η στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν, ως πρώτο ιστορικό παράδειγμα προληπτικής επίθεσης, ξεπέρασε σε καταστροφικό εύρος τον 23ετή εμφύλιο πόλεμο, έχοντας αφανίσει μέχρι σήμερα το σύνολο της υλικοτεχνικής υποδομής της χώρας και, το σημαντικότερο, χιλιάδες ζωές αμάχων πολιτών.

 

Ε. Λαμβάνοντας υπόψη την ηχηρή (ex post δυστυχώς) διάψευση στην περίπτωση του Ιράκ της ίδιας της προβληθείσας αιτιολογίας των προληπτικών επεμβάσεων, ύστερα από τη δημόσια παραδοχή των εμπνευστών του πολέμου ότι τελικά η κυβέρνηση Χουσεϊν δεν διέθετε όπλα ικανά να επιφέρουν μαζικό πλήγμα.

 

ΣΤ. Ενστερνιζόμενοι την παγκόσμια αγανάκτηση για την καθαίμαξη του αμάχου πληθυσμού μιας ολόκληρης χώρας, του Λιβάνου με το δυσανάλογο πρόσχημα της απαγωγής των δύο Ισραηλινών στρατιωτών από τη Χεζμπολάχ.

 

Ζ. Διαισθανόμενοι τον κίνδυνο ένταξης στο σχέδιο προληπτικών επιθέσεων των Η.Π.Α. , χωρών όπως το Ιράν, η Συρία και η Βόρειος Κορέα.

 

Η. Εκφράζοντας ανησυχία για το γεγονός ότι προληπτικές επιθέσεις με την πρόφαση της αποτροπής χρήσης πυρηνικών όπλων μπορεί να αποτελέσουν θρυαλλίδα για την αναβίωση του πυρηνικού εφιάλτη.

 

Θ. Συντασσόμενοι με την εκτίμηση ότι η εφαρμοζόμενη αντιτρομοκρατική πολιτική οδηγεί σταδιακά σε στρατοπεδοποίηση της Χριστιανο-εβραϊκής Δύσης έναντι της Αραβο-μουσουλμανικής Ανατολής, καθώς και σε εμφύλιες συρράξεις με αφορμή θρησκευτικές ή δογματικές διαφορές ακόμα και μεταξύ μελών της ίδιας εθνότητας.

 

Προβάλλουμε ως κύριο αίτημα: Να σταματήσουν αμέσως οι ΄΄προληπτικοί αντιτρομοκρατικοί πόλεμοι΄΄.

 

Και ειδικότερα:

 

  1. Καταδικάζουμε τη χρήση ένοπλης βίας ως μέσου πάταξης της τρομοκρατίας.
  2. Καλούμε Διεθνείς και Περιφερειακούς Οργανισμούς (ΟΗΕ, ΕΕ) να εντείνουν τις πιέσεις για άμεση εφαρμογή των διεθνών συμβατικών       και διακηρυκτικών κειμένων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΕΣΔΑ, Σύμβαση Η.Ε. για τα δικαιώματα του παιδιού, Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και κάθε σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχειρίσεως ή τιμωρίας, Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κλπ).
  3. Ζητούμε την εφαρμογή του άρθρου 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί καταφυγής στην ένοπλη αυτοάμυνα μόνον εφόσον έχει προηγηθεί ένοπλη επίθεση κατά ενός κράτους και μόνον ως προσωρινό μέτρο.
  4. Κρίνουμε απαραίτητη την επαγρύπνηση και ευαισθητοποίηση των πολιτών και τους προσκαλούμε σε χρήση των δικαιωμάτων τους ενώπιον όλων των οργάνων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
  5. Ζητούμε την απαρέγκλιτη εφαρμογή των αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της αποτελεσματικότητας στην άμυνα κατά της τρομοκρατίας.
  6. Απαιτούμε τον ανεξαίρετο σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ιδίως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ζωής, που αποτελούν τα πρώτα θύματα των εγκλημάτων πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
  7. Αντιτιθέμεθα με σφοδρότητα σε κάθε μορφή πυρηνικών δοκιμών και χρήσης πυρηνικών όπλων από αναγνωρισμένες ή μη αναγνωρισμένες πυρηνικές δυνάμεις και ζητάμε την επικύρωση της Συνθήκης για την πλήρη απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών από όλα τα κράτη.