Αποκρατικοποιήσεις, κυριαρχία και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη

Της Αιμιλίας Ιωαννίδου*

Με μεγάλη ανησυχία πα­ρακολουθούμε τη δρο­μολόγηση της «αποκρα­τικοποίησης» μεγάλου αριθμού και υψίστης για το κοινωνικό σύνολο σημασίας περιουσιακών στοι­χείων του Δημοσίου.(1)

Η επ’ αφορμή της κρίσης χρέους που αντιμετωπίζει η χώρα μας υιοθέ­τηση ρυθμίσεων συνεπαγομένων τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, διαρρηγνυουσών τον κοινωνικό ιστό και αναιρετικών βασικών στοιχείων του κοινωνικού κράτους δικαίου και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμά­των ή καταλυτικά δυσχεραινουσών την άσκησή τους, συνεχίζεται με τις σχεδιαζόμενες «αποκρατικοποιήσεις» οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή και επιχειρήσεων μη συγκαταλεγομένων μεν στην προανα­φερθείσα κατηγορία, αλλά που αποφέρουν σημαντικά έσοδα στα δημό­σια ταμεία, συμβάλλοντας καίρια στη δυνατότητα σχεδιασμού και άσκησης δημοσίων πολιτικών, ή μεριδίων συμ­μετοχής σε αυτές, καθώς επίσης και άλλων περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.

Βάσει του εφαρμοστικού νόμου του μεσοπροθέσμου πλαισίου δημο­σιονομικής στρατηγικής,(2) ενός ακό­μη νομοθετήματος που υιοθετήθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο ως συνέ­πεια πίεσης ασκηθείσας από το νομικά και πολιτικά sui generis μόρφωμα της «τρόικα», χωρίς ουσιαστική διαπραγ­μάτευση με την ελληνική κυβέρνηση, προορίζονται μεταξύ άλλων για «αποκρατικοποίηση» επιχειρήσεις όπως η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, η ΔΕΗ ή ο ΟΣΕ, αερο­δρόμια, κεντρικά και περιφερειακά λι­μάνια της χώρας, κτήρια υπουργείων και δημοσίων υπηρεσιών, δημόσιες εκτάσεις.

(Ο όρος «αποκρατικοποίηση» ανα­φέρεται τόσο στην εν στενή εννοία ιδι­ωτικοποίηση, δηλαδή την πώληση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, όσο και στη λεγόμενη «αξιοποίηση» που αναφέρεται στην παραχώρηση δια­φόρων ειδών δικαιωμάτων επ’ αυτών, με αποτέλεσμα την διαφόρων βαθμών αποξένωση του κράτους από τον έλεγ­χό τους.)

Συνέπειες

Οι προγραμματιζόμενες απο­κρατικοποιήσεις υποτί­θεται ότι θα επιτρέψουν την «προσέλκυση σημα­ντικών διεθνών ροών κεφαλαίου, που θα συνεισφέρουν στην επανεκκίνηση της ελληνικής  οικονομί­ας και θα τροφοδοτή­σουν την οικονομική ανάπτυξη».(3) Επιπλέον φαίνεται πως πολλοί συ­μπολίτες μας οδηγούνται στο πλανημένο συμπέ­ρασμα ότι οι αποκρατικοποιήσεις αποτελούν τη μόνη λύση ώστε να αποφευχθεί η λήψη και νέων επαχθών για το ήδη βάναυσα πληγέν εισόδημά τους μέτρων λιτότητας.

Κατά τη γνώμη μας, η κίνηση αυτή θα καταφέρει ένα ακόμη, καίριο πλήγ­μα στην εθνική κυριαρχία, το κοινωνι­κό κράτος δικαίου, το κοινωνικό συμ­βόλαιο και συνεπώς στη δημοκρατία και τη δυνατότητα άσκησης εκ μέρους των Ελλήνων πολιτών θεμελιωδών δι­καιωμάτων του ανθρώπου.

Οι λόγοι είναι απλοί. Αν εξετάσουμε κατ’ αρχάς τις συνέπειες της εκποίη­σης της δημόσιας περιουσίας θα δια­πιστώσουμε ότι περιορίζει δραστικά, σε ανεπίτρεπτο βαθμό, τη δυνατότη­τα εξυπηρέτησης του δημοσίου συμ­φέροντος και τιτρώσκει βάναυσα την εθνική κυριαρχία αφού αφαιρεί από το κράτος (και, γενικότερα, από τη δημόσια σφαίρα) τον έλεγχο στρατη­γικής σημασίας οργανισμών και επι­χειρήσεων, υποδομών ή άλλων ακι­νήτων και εκτάσεων και καταργεί την δι’ αυτών δυνατότητα σχεδιασμού και άσκησης των αντιστοίχων δημοσίων πολιτικών, αφού τα περιουσιακά αυτά στοιχεία που αποτελούσαν τα μέσα, τα οχήματα προς επίτευξιν των ανω­τέρω στόχων, δεν του ανήκουν πλέον, ενώ δύσκολα μπορεί κατόπιν της εκποίησης να διατηρηθεί κάποια μορφή στοιχειώδους ελέγχου υπό το τρέχον νομικό πλαίσιο(4) (και, βέβαια, ιδίως στα πλαίσια της λογικής που διέπει και χαρακτηρίζει τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στη χώρα μας καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης).

Οι νέοι ιδιοκτήτες δι­καιούνται ως ιδιώτες να δι­αχειρίζονται τα αποκτήματά τους με αποκλειστικό κριτήριο και στόχο την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού τους συμφέροντος. [Στην ειδικότερη δε περίπτω­ση της ιδιωτικοποίησης επιχει­ρήσεων κοινής  ωφελείας  θα πρέπει να σημειωθεί μεταξύ άλ­λων ιδίως ότι το σχετικό, ευρωπαϊ­κής προέλευσης νομικό πλαί­σιο που αρθρώνεται γύ­ρω από την έννοια της «καθολικής υπηρεσίας» αφορά μόνο ορισμένες κατηγορίες κοινωφε­λών δραστηριοτήτων και, στα πλαίσιά τους, διασφαλίζει την εξυπηρέτηση ορισμένων μόνο, στοιχειωδών επιτα­κτικών αναγκαιοτήτων κοινωνικού χα­ρακτήρα, γεγονός που έχει ως απο­τέλεσμα να μην αμβλύνονται εν προ­κειμένω δραστικά οι βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον συνέπειες τέτοιων ιδιωτικοποιήσεων, οι συνιστάμενες κα­τά βάσιν στην απώλεια εκ μέρους του κράτους της δυνατότητας γνήσιας χά­ραξης πολιτικής με εργαλείο τα ιδιωτικοποιημένα πλέον αυτά περιουσιακά στοιχεία και στα επακόλουθα αυτής.]

Αποτυχία

Μία περαιτέρω συνέπεια των ανω­τέρω συνίσταται στο δραστικό περι­ορισμό της δυνατότητας άσκησης εκ μέρους του κράτους του αναπτυξια­κού και αναδιανεμητικού του ρόλου, γεγονός που θα οξύνει ακόμη περισ­σότερο τις κοινωνικές εντάσεις και που θα επιδεινώσει τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού.

Θα πρέπει δε σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι αντίστοιχα ισχύουν και για αρκετές από τις λοιπές(5) προτεινό­μενες μορφές «αξιοποίησης» περιου­σιακών στοιχείων του Δημοσίου.

Οι συνέπειες κάποιων εξ αυτών δι­αφέρουν από τις προαναφερθείσες κατά βάσιν μόνο στην ένταση, η οποία θα είναι ανάλογη προς τους όρους υπό τους οποίους συμφωνείται σε κά­θε περίπτωση να πραγματοποιηθεί η «αξιοποίηση». Παραδείγματος χάριν, οι παραχωρήσεις χρήσης για δεκαετί­ες δεν απέχουν πολύ από την εκποίη­ση ως προς τις συγκεκριμένες λειτουρ­γίες που θα παραχωρηθούν.

Είναι επιπλέον προφανές ότι, πέραν των προαναφερθέντων, ακόμη και στο καθαρά οικονομικό πεδίο, η αποτυχία είναι προδιαγεγραμμένη. Η εκποίηση ή η σύναψη διαφόρων άλλων συμβάσεων «αξιοποίησης» στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης και δεδομένης της ακραίας υποτίμησης των προς αποκρατικοποίησιν περιουσιακών στοι­χείων σε συνδυασμό με την επιτακτι­κή ανάγκη εξεύρεσης πόρων για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους θα έχει ως αποτέλεσμα έσοδα πολύ κα­τώτερα των επιδιωκομένων, αφού οι υποψήφιοι επενδυτές θα επιδιώξουν το συμφέρον τους εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του ελληνικού κράτους, ενώ παράλληλα θα αποστερήσει το ελληνικό κράτος από κεφαλαιώδους σημασίας πηγές εσόδων.

Πρόκειται συνεπώς περί καταστρο­φικής επιλογής, από κάθε άποψη. Και πρόκειται μάλιστα περί επιλογής η οποία δεν θα απαλλάξει τον χειμαζό­μενο ελληνικό λαό από τη λήψη νέων μέτρων λιτότητας.

Πολύ σύντομα, λόγω όλων των προ­αναφερθέντων, οι Έλληνες θα βρεθούν και πάλι αντιμέτωποι με περαι­τέρω αιματηρές θυσίες, ενώ θα έχουν πια απολέσει και το τελευταίο τους όπλο σε αυτή την άνιση μάχη: τη δη­μόσια περιουσία, τον κοινό σε όλους μας πλούτο.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι ο ελληνικός λαός θα πρέπει να απορρίψει τα διλήμ­ματα του τύπου «Σκύλλα ή Χάρυβδη». Ούτε τα βάναυσα μέτρα λιτότητας που φέρουν τη σφραγίδα του κοινωνικού δαρβινισμού ούτε οι αποκρατικοποιή­σεις που πλήττουν καίρια την εθνική ανεξαρτησία και απογυμνώνουν τη χώρα μας από κάθε δυνατότητα άσκη­σης πολιτικής αποτελούν λύση στο πρόβλημα του χρέους.

Η δε μακροχρόνια παράλειψη της λήψης μέτρων για την παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας, καθώς επίσης και τα όντως υπαρκτά, συχνά εγκληματικά σφάλματα στη μέχρι σή­μερα διαχείριση του εθνικού πλούτου και του δημοσίου χώρου δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν την καταστροφική επιλογή της απώλειας του δημοσίου ελέγχου επ’ αυτών.

Δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουμε την αυτοαναίρεση της χώρας μας.

Λέμε όχι στις αποκρατικοποιήσεις.

Ζητούμε από την ελληνική κυβέρ­νηση να διαπραγματευθεί, για πρώτη φορά, έστω και αυτή την ύστατη ώρα, τους όρους χρηματοδότησης της χώρας σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, διεκδικώντας αντιμετώπιση ισότιμου εταίρου και απαιτώντας τη διασφάλιση, και στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης, των βα­σικών αρχών που διέπουν το ευρωπαϊ­κό οικοδόμημα, με πρώτη και κύρια την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών - με­λών, τη δημοκρατία και τον σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου. Θεωρούμε ότι ο ευρωπαϊκός, αν όχι παγκό­σμιος και σίγουρα «πανδυτικός» χαρα­κτήρας της κρίσης μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση των διαπραγματευτικών μας επιχειρημάτων, δεδομέ­νης της στενής και πολύπλοκης διασύν­δεσης μεταξύ των οικονομιών.

Πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη «συμμα­χιών» με άλλα κράτη της Ένωσης που βρίσκονται αντιμέτωπα με παρόμοια προβλήματα θα λειτουργήσει ενισχυ­τικά της διαπραγματευτικής αυτής προσπάθειας.

Φρονούμε ότι η χώρα μας θα πρέ­πει να επιδιώξει, σε συνεργασία με άλλες, ένα ευρωπαϊκό άλμα προς τα εμπρός που θα αναιρέσει τις νομικές, οικονομικές και πολιτικές ανισορροπίες καθώς και τον υδροκεφαλισμό που χαρακτηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδό­μημα και που θα ενισχύσει, μεταξύ άλλων, τη δημοκρατία και τους μηχα­νισμούς αλληλεγγύης στο εσωτερικό της Ένωσης.

Τέλος, απαιτούμε από την ελληνική κυβέρνηση να θωρακίσει και να διαφυ­λάξει, όπως έχει χρέος, τα ιστορικά, πο­λιτικά, νομικά και κοινωνικά κεκτημένα του ελληνικού λαού απέναντι σε κάθε οπισθοδρόμηση και κάθε επιβουλή.

* Δικηγόρος Αθηνών, υπ. Διδάκτωρ Université Paris II , Panthéon-Assas Συντονίστρια Ομάδας Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στο πλαίσιο του παρόντος κειμέ­νου θα χρησιμοποιούμε, αδιακρίτως, τους όρους «περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου», «δημόσια περιουσία» και «στοιχεία δημόσιας περιουσίας» για να αναφερθούμε στα αντικείμενα των σχεδιαζομένων αποκρατικοποιή­σεων, τα οποία, σύμφωνα με το άρ­θρο 1, παρ. 1 του ν. 3986/2011 συνί­στανται σε «περιουσιακά στοιχεία της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου καθώς και περιουσιακά στοιχεία των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολο­κλήρου, άμεσα ή έμμεσα στο Δημό­σιο ή σε ΝΠΔΔ».

2. Ν. 3986/2011

3. http://www.hradf.com/gr/the-fund

4. Βλ. ενδεικτικά στοιχεία της νομο­λογίας του ΔΕΕ σχετικά με τη λεγόμενη «χρυσή μετοχή». Γενικότερα, μια τέτοια προσπάθεια θα προσέκρουε κατά πάσα πιθανότητα μεταξύ άλλων στο διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό νομικό πλαίσιο το προστατευτικό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, των οι­κονομικών ελευθεριών, του ελευθέ­ρου ανταγωνισμού κ.λπ. και βέβαια θα προϋπέθετε και τη σχετική πολι­τική βούληση, κάτι που δεν κρίνουμε πιθανό να συμβεί τρεχόντως. Και, εν τέλει, αν το κράτος επιθυμεί να δια­τηρήσει τον έλεγχο επί περιουσιακών του στοιχείων, δεν έχει παρά να μην τα εκποιήσει ή να μην τα «αξιοποιή­σει» με τρόπο που δεν του επιτρέπει να ασκεί επ’ αυτών επαρκή έλεγχο.

5. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παρ. 1 του ν. 3986/2011, ο όρος «αξιοποίη­ση» συμπεριλαμβάνει και την πώλη­ση/εκποίηση.

                                     Η τραγωδία των πυρκαγιών…

                                           Ψήφισμα με προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

 

 

Εμείς, η Ομάδα Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, βλέποντας την πρωτοφανή καταστροφή που χτύπησε τον τόπο μας, τους συνανθρώπους μας να χάνονται, τα δάση της πατρίδας μας να καταστρέφονται, τη χώρα μας να σβήνει μέσα στις φλόγες, και την ψυχή μας να καίγεται μαζί της, προβληματιζόμενοι για τις αιτίες της συμφοράς, βέβαιοι για τις επιτακτικές αναγκαιότητες του μέλλοντος, εκφράζουμε την απέραντη θλίψη μας και την ασυγκράτητη οργή μας, και απαιτούμε:

 

Α. Την άμεση διερεύνηση και τον εντοπισμό των αιτίων και των δραστών:

 

Μία καταστροφή τέτοιου εύρους, και με τέτοια χαρακτηριστικά (ταυτόχρονη εκδήλωση τεραστίου πλήθους πυρκαϊών, συχνότατα μάλιστα, μεταξύ άλλων, σε περιοχές όπου βρίσκονται υποδομές ενέργειας, κομβικής σημασίας για τη χώρα –Αλιβέρι, Μεγαλόπολη, Δομοκός-, περιοχές ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, περιοχές-αντικείμενα –γνωστών στους παροικούντας την Ιερουσαλήμ- βλέψεων τουριστικής και λοιπών ειδών «αξιοποίησης» αλλά και περιοχές υψηλού συμβολισμού και ιστορικής σημασίας –Ολυμπία, ναός Επικουρείου Απόλλωνος, Ανδρίτσαινα κ.ά-, χρονική περίσταση κατάλληλη για επηρεασμό κρισίμων για τη χώρα καταστάσεων –εκλογές- κ.ά ), δεν φαίνεται να είναι τυχαία. Δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι και η συγκυρία των ισχυρών ανέμων και των υψηλών θερμοκρασιών συνέβαλε στη διαμόρφωση της κατάστασης ως τελικά είχε. Ωστόσο τα χαρακτηριστικά της καταστροφής καθιστούν πιθανότερο από κάθε άλλο το ενδεχόμενο να πρόκειται για αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου κατά της χώρας μας, από όπου κι αν αυτό εκπορεύθηκε. Σε κάθε περίπτωση, τα εξυπηρετούμενα από την καταστροφή συμφέροντα, είτε εντόπια είτε ξένα είτε συνδυασμός των προαναφερθέντων, μπορούν να μας βοηθήσουν να κατευθυνθούμε, μετά από επισταμένες έρευνες, προς συγκεκριμένες απαντήσεις (οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για να τεθεί ένα τέλος στην ενθαρρυντική για τους εμπρηστές ατιμωρησία). Η έλλειψη, τέλος, οργάνωσης τόσο –και κυρίως- σε επίπεδο πρόληψης, όσο και σε επίπεδο πυρόσβεσης, κατέλυσε το βασικό ανασχετικό της καταστροφής μέσο. Η απάντηση στα ερωτηματικά που έχουν διαμορφωθεί στη σκέψη του κάθε πολίτη, που ακούστηκαν σε όλες τις συζητήσεις των ημερών, αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας ενώ επίσης καταδεικνύει και το βαθμό της ανεξαρτησίας της τόσο από αθέμιτα κίνητρα όσο και από έξωθεν επεμβάσεις.

 

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, ζητούμε:

 

Ι. την άμεση διερεύνηση των αιτίων της καταστροφής, και τον εντοπισμό των ενόχων, ηθικών και φυσικών αυτουργών και συνεργών.

ΙΙ. την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων με τον τρόπο που προβλέπεται για τον καθένα στα πλαίσια της ελληνικής έννομης τάξης (και ενδεχομένως στο πλαίσιο των ειδικοτέρων προβλέψεων του Ποινικού Κώδικα για το οργανωμένο έγκλημα εφόσον αποδειχθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του), αλλά και στο πλαίσιο της διεθνούς δικαιοταξίας, σε περίπτωση πλήρωσης των προϋποθέσεων που αυτή ορίζει.

ΙΙΙ. Την αντιμετώπιση τυχόν νομοτεχνικών και ουσιαστικών ατελειών και την εν συνεχεία απαρέγκλιτη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 264 ~267 του Ποινικού μας Κώδικα.

Ενδεικτικά παραθέτουμε προβληματισμούς μας επί του άρθρου 265ΠΚ: Στα πλαίσιά του προβλέπεται διαφοροποίηση στην τιμώρηση μεταξύ της περίπτωσης εμπρησμού που έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση της φωτιάς σε μεγάλη έκταση, από την περίπτωση του εμπρησμού που έχει τελεσθεί από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης.

Κατ’αρχήν πιστεύουμε ότι η χρήση των εννοιών μεγάλη έκταση» και «ιδιαίτερα μεγάλη έκταση», διαμορφώνει πεδίο αοριστίας στα πλαίσια της διάταξης. Τί χαρακτηρίζεται ως μεγάλη έκταση και πώς διαφοροποιείται από την ιδιαίτερα μεγάλη έκταση; Εδώ σκόπιμο θα ήταν είτε να προσδιορισθεί ακριβέστερα το περιεχόμενο των προαναφερθεισών εννοιών –με τρόπο πάντως ώστε να αποφεύγονται οι κίνδυνοι που πηγάζουν από τυχόν αποκλειστικά αριθμητικό προσδιορισμό-, είτε ίσως να καταργηθεί η διάκριση αυτή. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πιστεύουμε ότι θα πρέπει να προσδιορισθούν με περισσότερη ακρίβεια, τα κριτήρια βάσει των οποίων θα πραγματοποιείται ο προσδιορισμός της βαρύτητας της ευθύνης του δράστη, λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών δεδομένων που είναι δυνατόν να την διαφοροποιούν στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραδείγματος χάριν, πέρα από το ίδιο το κριτήριο της καταστραφείσας έκτασης, σημασία έχει και η μέθοδος που υιοθέτησε ο δράστης, ο αριθμός και η απόσταση μεταξύ των διαφορετικών εστιών που δημιούργησε, το κατά πόσον με τον τρόπο που σχεδίασε τον εμπρησμό απείλησε ανθρώπινες ζωές κ.ά.

Eπίσης ο διαχωρισμός μεταξύ τέλεσης με απλή πρόθεση ή με πρόθεση συνοδευόμενη από τα κίνητρα ιδιοτέλειας ή κακοβουλίας είναι εν προκειμένω κατά τη γνώμη μας περιττός, καθώς εάν αποδειχθεί πρόθεση στον εμπρησμό δάσους θα υπάρχει κατά κανόνα και κίνητρο κακοβουλίας ή ιδιοτέλειας!

Επιπροσθέτως, η χρηματική ποινή που ορίζεται στο ά. 264 ΠΚ (1 ~10 εκατομμύρια δραχμές) θα πρέπει τουλάχιστον να διπλασιασθεί ούτως ώστε να εκπροσωπεί την σοβαρότητα των αναγκών που προκύπτουν από τους εμπρησμούς. Επιπλέον θα ήταν χρήσιμο, να παρεχόταν το σύνολο αυτών των χρηματικών ποινών στις αρμόδιες αρχές για την αναδάσωση των καταστρεφομένων δασικών εκτάσεων, ούτως ώστε να αντιμετωπίζονται άμεσα οι συνέπειες των εμπρησμών.

ΙV. την άμεση σύλληψη και τιμωρία οιωνδήποτε μελλοντικών καταπατητών των καμένων δασικών εκτάσεων, βάζοντας τέλος στο όργιο παρανομίας που ακολουθεί τον εμπρησμό τους, με σκοπό την ανοικοδόμηση τους.

  1. V. την ανάλογη αντιμετώπιση των υπαιτίων κρατικών και μη οργάνων για την ανοικοδόμηση τέτοιων εκτάσεων -συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, δασικών υπαλλήλων, αστυνομικών, υπαλλήλων πολεοδομικών γραφείων, υπαλλήλων ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, υπαλλήλων ΟΤΑ κ. ά.-, όταν συμμετέχουν στην προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα
  2. VI. την παραδειγματική τιμωρία των ιθυνόντων για την προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος, όταν καταδεικνύουν εγκληματική αδράνεια, ολιγωρία και ανευθυνότητα κατά την εκτέλεση του έργου τους.

 

Β. Τη διαμόρφωση, επιτέλους, οργανωμένου συστήματος πρόληψης πυρκαϊών σε όλη την επικράτεια.

Ζητούμε συγκεκριμένα:

Ι. τη θέσπιση αρμοδιότητας των Δήμων και Νομαρχιών προς συγκρότηση, επάνδρωση βάσει των πραγματικών αναγκών και αποτελεσματικό εξοπλισμό με τα πλέον σύγχρονα μέσα, Σώματος Δασοφυλάκων, υπευθύνων της δασοπροστασίας κατά τα όρια του εδάφους του Νομού τους.

 

Ειδικότερες αναγκαιότητες:

   1. η εξειδικευμένη, πλήρης και διαρκής εκπαίδευση των μελών του Σώματος,

   2. η εγκατάσταση δομών επιτήρησης των δασικών εκτάσεων,

   3. η συστράτευση του όποιου σύγχρονου τεχνικού μέσου εντοπισμού υλικών ή μηχανισμών εμπρηστικών, ή απόπειρας εμπρησμού,

   4. η απόκτηση υλικού ενδοεπικοινωνίας στα πλαίσια του προπεριγραφέντος συστήματος, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης,

Επίσης απαιτούνται:

   1. διαρκείς περιπολίες στις δασικές εκτάσεις,

   2. διάνοιξη δασικών οδών, μονοπατιών και γυμνών ζωνών πυρασφαλείας

   3. διαμόρφωση σταθμών ανεφοδιασμού ύδατος,

   4. ενέργειες συντήρησης των υποδομών της πυροπροστασίας και πυρόσβεσης,

   5. συστηματικός καθαρισμός του δάσους, απομάκρυνση χόρτων, χαμοκλάδων, ή λοιπών ευφλέκτων αποβλήτων προς αποσόβηση της πιθανότητας ανάφλεξής τους και την ανάληψη εργασιών προληπτικής δασοκομίας, με στόχο τη μείωση του κινδύνου πυρκαγιάς.

ΙΙ. την αξιοποίηση και ενίσχυση των δυνάμεων της Δασικής Υπηρεσίας, της οποίας η αδρανοποίηση συνυπονόμευσε την ασφάλεια των δασών, ώστε να συμβάλει και αυτή στη διαδικασία πρόληψης των πυρκαϊών.

ΙΙΙ. την διασφάλιση του συνεχούς αξιομάχου των υπαρχόντων μέσων πυρόσβεσης και την άμεση ενίσχυση του δυναμικού τους.

ΙV. την μελετημένη και στοχευμένη αξιοποίηση των εθελοντικών δυνάμεων, την διαρθρωτική σύνθεσή τους ανά περιοχή και σκοπιμότητα συνδρομής τους και την προώθηση τού στα σπάργανά του ήδη ευρισκομένου περιβαλλοντικού εθελοντισμού. (Η συστηματικά οργανωμένη και σταθερή, μόνιμη δραστηριοποίηση των εθελοντικών δυνάμεων για την φύλαξη και την άμυνα των δασικών περιοχών κατά το παράδειγμα άλλων χωρών θα μπορούσε να διασφαλίσει θετικότατα αποτελέσματα).

  1. V. την λελογισμένη και βασισμένη σε σύγχρονες, επιστημονικά εγκεκριμένες μεθόδους διαχείριση των αστικών απορριμμάτων. Τόσο η πρόχειρη (ουδέν βεβαίως μονιμότερον του προσωρινού) συγκέντρωσή του σε παράνομες χωματερές όσο και η επίσημη πλέον ουσιαστική καταδίκη εκτάσεων ως χωματερών, υπονομεύει βάναυσα την ασφάλεια των παρακειμένων δασικών εκτάσεων και δασών, καθώς και γενικότερα το περιβάλλον της οικείας περιοχής.
  2. VI. την εκπόνηση ειδικών μελετών και την ενθάρρυνση σχεδίων δοκιμών και επίδειξης νέων μεθόδων, τεχνικών και τεχνολογιών, οι οποίες στοχεύουν στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δράσης, όπως άλλωστε Κανονισμοί και κοινοτικές Κοινές Δράσεις έχουν inter alia προβλέψει από ετών ~βλ. π.χ τον Κανονισμό 2158 /1992 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1992, ΕΕ L 217, σελ. 3.
  3. VII. την –για τις περιπτώσεις εσχάτου κινδύνου- εξαντλητική κατάστρωση λεπτομερούς σχεδίου εκκένωσης των πληττομένων οικισμών και ασφαλούς διαφυγής των κατοίκων τους. Τα Σώματα της Αστυνομίας και της Τροχαίας θα συνεπικουρούν τις εργασίες αυτές, εκπαιδευόμενα ειδικά προς τούτο.
  4. VIII. την διαρκή επιβεβαίωση της ετοιμότητας του ΕΚΑΒ και του ΕΣΥ για την ιατροφαρμακευτική υποστήριξη των πληγέντων, την ετοιμότητα έπειτα λοιπών αρμοδίων προς φρούρηση της δημόσιας υγείας και αποφυγή περαιτέρω διακινδύνευσής της.
  5. IX. την τακτική επιμόρφωση των εμπλεκομένων φορέων.
  6. X. την εξέταση της σκοπιμότητας θέσπισης κανονισμών ελεγκτικών της εισόδου στα δάση προς ενίσχυση του πλαισίου της προστασίας τους.
  7. XI. την δρομολόγηση εκστρατειών ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης.
  8. XII. την πρόβλεψη της ενεργοποίησης υπό την Γενική Γραμματεία της Πολιτικής Προστασίας και τον Υπουργό των Εσωτερικών, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνεται η πληροφορία της πυρκαγιάς, επιχειρησιακού κέντρου, πλήρως εξοπλισμένου τεχνολογικά, όπου η παρουσία εκπροσώπων παντός αξιοποιήσιμου φορέως, θα προωθεί άμεσα τον συντονισμό των δυνάμεων και την στόχευση έγκαιρα της δράσης τους.

ΧΙΙΙ. την άμεση δημιουργία Υπουργείου Περιβάλλοντος, με αυξημένες αρμοδιότητες, κατά το πρότυπο της πλειονότητας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γ. την αναδάσωση άμεσα των καμμένων δασών και δασικών εκτάσεων.

 

Ι. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ύπαρξη 2.000.000 περίπου καμένων στρεμμάτων ως αποτέλεσμα των προσφάτων καταστροφικών πυρκαγιών και το γεγονός ότι αποτελεί τακτική των τελευταίων χρόνων στα 10 καμένα στρέμματα να αναδασώνεται το ένα
ΙΙ. Βασιζόμενοι στην αυξημένη προστασία που παρέχει το Σύνταγμα και οι νόμοι ~άρθρα 24 και 117Σ και Ν 998 /79~ στα δημόσια ή ιδιωτικά δάση και τις δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται, τα οποία δεν αποβάλλουν εξ’αιτίας αυτού του λόγου το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό,
ΙΙΙ. Κρίνοντας αναγκαίο τον προσεκτικό σχεδιασμό της αναδάσωσης, ώστε να καταστεί αποτελεσματική,
1. απαιτούμε τον άμεσο προγραμματισμό υποχρεωτικής αναδάσωσης όλων των καμένων εκτάσεων κατ’ εφαρμογή της ρητής σχετικής διάταξης του Ελληνικού Συντάγματος (ά. 117Σ).
2. θεωρούμε επιβεβλημένη την άμεση συγκρότηση διεπιστημονικής επιτροπής

απαρτιζόμενης από εδαφολόγους και δασολόγους που θα έχει ως στόχο:

α. τη διασφάλιση του ορθότερου και αποτελεσματικότερου τρόπου αναδάσωσης των καμένων εκτάσεων

β. την λήψη μέτρων για την αποφυγή της διάβρωσης και της απερήμωσης του εδάφους, ενόψει και του χειμώνα,
γ. τον διαρκή έλεγχο για την μη οικοπεδοποίηση και οικοδόμηση ιδίως των περιοχών που βρίσκονται στα όρια μεταξύ σχεδίου πόλεως και δασών

δ. την σταδιακή αποκατάσταση και όχι μόνο τη μερική αναπλήρωση του τοπίου, με τη λήψη κατάλληλων μέτρων και την φύτευση αρχικά «πρόδρομων ειδών».

 

Δ. την αποσαφήνιση και απόλυτη διακρίβωση του νομικού πλαισίου διαχείρισης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δασών και δασικών εκτάσεων.

 

Ζητούμε

Ι. την υποχρεωτική κήρυξη κάθε αποψιλούμενης δασικής έκτασης ως αναδασωτέας με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των σχετικών νόμιμων προϋποθέσεων, σε ευθεία γραμμή προς την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ~Ε΄ Τμήμα, 1104 /06~,

ΙΙ. την αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου σχετικά με την εκτός σχεδίου δόμηση και τα αυθαίρετα κτίσματα πλησίον ή εντός δασικών εκτάσεων παράλληλα προς την απάλειψη των σχετικών ειδικών προνομίων δόμησης που υφίστανται σε περιπτώσεις όπως η «παρόδια δόμηση».

  Κατ’ αποτέλεσμα,

1. την απόλυτη απαγόρευση ανοικοδόμησης σε δασικές εκτάσεις και την άνευ ετέρου άμεση κατεδάφιση –με έξοδα του ιδιοκτήτη- των αυθαιρέτων κτισμάτων ως μόνη κύρωση σε περίπτωση σχετικής παραβίασης (χωρίς δηλαδή την πρόβλεψη, διαζευκτικά, της επιβολής προστίμου),

2. την απάλειψη της πρακτικής νομιμοποίησης αυθαιρέτων κτισμάτων ή μεταγενέστερης ένταξής τους σε «σχέδια πόλεως» προς άγραν ψήφων,

3. την ταχύτατη σύνταξη δασολογίου επί τη βάσει του δασικού χάρτη της δεκαετίας του ‘70 και κατά τρόπο απαρέγκλιτο από αυτόν.

 

Ε. την αποζημίωση άμεσα, ολικά και πραγματικά των πληγέντων και την πλήρη αποκατάσταση των συνθηκών ομαλής και παραγωγικής διαβίωσής τους.

Ζητούμε:

Ι. την διασφάλιση αυτονόητα της προσωρινής ανεκτής στέγασης και της σίτισης, της ιατροφαρμακευτικής και ψυχολογικής στήριξης απάντων των παθόντων.

ΙΙ. την περαιτέρω ενίσχυση των εκτάκτων βοηθημάτων και επιδομάτων και την δίκαιη καταβολή τους άμεσα. Οιαδήποτε γραφειοκρατική αγκύλωση δεν χωρεί.

ΙΙΙ. την άμεση, πλήρη και αληθή καταγραφή των μη υφισταμένων πλέον, μερικά έστω, κατοικιών, αγροικιών, καταστημάτων και επιχειρήσεων, καλλιεργειών, του πυρπολημένου γεωργικού κεφαλαίου, φυτικού και ζωικού, των αποσυσταθέντων αγροτικών υποδομών. Θα αναμένουμε έπειτα αποζημιώσεις ισοσταθμίζουσες ολικά τις απώλειες.

ΙV. την εξέταση οπωσδήποτε της δυνατότητας απαλλαγής των παθόντων, της μερικής έστω, από της υποχρέωσης συμμόρφωσης προς ασφαλιστικές, φορολογικές, ή δανειοληπτικές υποχρεώσεις έως τέλους του έτους τουλάχιστον, και πάντως της δυνατότητας παράτασης της σχετικής εξαγγελθείσης αναστολής πέραν του εξαμήνου.

  1. V. την ενίσχυση ειδικά των πληγέντων αγροτών, μέσω της μακροχρόνιας, βάσει συγκεκριμένου σχεδιασμού επιδότησης της αγροτικής δραστηριότητας.

VΙ. την κατάστρωση, δρομολόγηση και υλοποίηση άμεσα προγραμμάτων αποκατάστασης και ανοικοδόμησης των πληγέντων οικισμών.

VIΙ. την προώθηση έγκαιρα τεχνικών εργασιών πρόληψης και περιορισμού των παρενεργειών της ερημοποίησης, προς αποφυγήν της διεύρυνσης της καταστροφής, περαιτέρω, από τις πλημμύρες.

VΙII. την διασφάλιση αυτονόητα της στοχευμένης, αναλογικής και έντιμης διαχείρισης των διατιθέμενων πόρων, ώστε να αποτραπεί η διασπάθισή τους εξαιτίας της δραστηριοποίησης επιτηδείων.

ΙΧ. την ανάληψη ενδελεχούς μακρόχρονης στρατηγικής και παντός συστρατευσίμου μέτρου προς υποστήριξη, ενδυνάμωση και ανασυγκρότηση των πυρόπληκτων περιοχών. Η επανασύσταση των υποδομών, η αποκατάσταση του παραγωγικού ιστού, η αναδόμηση του οικονομικού κεφαλαίου των δοκιμαζόμενων συμπολιτών μας και των περιοχών τους βαρύνουν ανυποχώρητα την Πολιτεία και τους φορείς της, ώστε να αποτραπεί η ενίσχυση του υδροκεφαλισμού της χώρας, του φαινομένου της εσωτερικής ή εξωτερικής μετανάστευσης, και της απερήμωσης της υπαίθρου.

 

ΤΕΛΟΣ, πιστεύουμε ότι, με αφορμή την καταστροφή αυτή, θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι ήλθε πλέον η ώρα να ψάξουμε βαθιά κάτω από τα στρώματα του ατομισμού και της εγωπάθειας που μας πνίγουν, κάτω από το χρώμα του χρήματος και τη λάμψη της όποιας εφήμερης ευημερίας, το χαμένο μας πρόσωπο, την Ελλάδα της παράδοσης του σεβασμού της φύσης, της συνεργατικότητας, του πολιτισμού, της κοινωνικής αλληλεγγύης. Γι’ αυτό, πρέπει να πολεμήσουμε τον αυτοκαταστροφικό μας εαυτό. Να αποδιώξουμε αυτά που μας στοιχειώνουν. Για να ξαναβρούμε αυτά που χάσαμε…

 

Ακούστε τη φωνή μας!Είναι η φωνή της συνείδησής σας!

 

Ομάδα Νέων ΙΜΔΑ,

5/9/2007.

 

Ψήφισμα κατά της παράνομης αστυνομικής Βίας

 

 Η Ομάδα Νέων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (O. N. IΜΔΑ),

 

Εξαιρετικά θορυβημένη από τις πρόσφατες εκδηλώσεις αστυνομικής βίας και κατάλυσης θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων που είδαν το φως της δημοσιότητας, σε συνδυασμό και με προηγούμενες υποθέσεις εξευτελιστικής μεταχείρισης και χρήσης παράνομης βίας από αστυνομικά όργανα. (Ενδεικτικά αναφέρονται η χωρίς προηγούμενο βάναυση μεταχείριση των δύο κρατουμένων στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, του 19χρονου φοιτητή της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ και του 24χρονου Κύπριου φοιτητή στη Θεσσαλονίκη).

 

Διαπιστώνοντας πως οι πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν από το Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, οι οποίες και δεν αποτελούν μεμονωμένο φαινόμενο όπως διαπιστώνεται σε σχετικές Εκθέσεις Διεθνών Οργανισμών, αποτελούν βασανιστήρια, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, πρακτικές που απαγορεύονται ρητά και κατηγορηματικά από το διεθνές νομικό πλαίσιο (ενδεικτικά ά. 5 Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ά. 3 και 7 Σύμβασης ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων, ά. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, ά. 3 ΕΣΔΑ), που δεσμεύει την Ελλάδα με αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του ά. 28 Σ αλλά και από το σχετικό εθνικό δικαιϊκό πλαίσιο (ά. 7 παρ. 2 Σ, 278 παρ. 2 ΚΠΔ, άρθρα 1, 3, 7 Κώδικα Δεοντολογίας του Αστυνομικού).

 

Επισημαίνοντας την συχνά ρατσιστική συμπεριφορά οργάνων των διωκτικών αρχών απέναντι σε οικονομικούς μετανάστες, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο κατά τρόπο που συνιστά κατάφωρη προσβολή της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας του ανθρώπου και επιπροσθέτως απαγορευμένη διακριτική μεταχείριση ( ά. 14 ΕΣΔΑ και ά. 5 παρ. 2 Σ).    

 

Υπογραμμίζοντας πως υποχρέωση των Αστυνομικών Αρχών είναι η διασφάλιση της προστασίας των πολιτών και η διατήρηση της ειρήνευσης των εννόμων αγαθών ασκούμενη πάντοτε στα πλαίσια της αρχής της νομιμότητας και της αναλογικότητας, βασικών συνιστωσών του νομικού μας πολιτισμού. (Ως εκ τούτου, δεδομένης και της αρχής in dubio pro reo δεν νοείται τα αστυνομικά όργανα να υπερβαίνουν τα όρια της άσκησης των νομίμων αρμοδιοτήτων τους (ά. 17 ΕΣΔΑ, κατάχρηση δικαιώματος, ά. 25 παρ. 1 Σ) σε βαθμό μάλιστα που να προσβάλλουν τα διεθνώς και εθνικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του κάθε υπόπτου και όχι μόνο του κατηγορουμένου, ώστε οι ενέργειες αυτές να συνιστούν κατάχρηση της αστυνομικής εξουσίας).

 

Επισημαίνοντας την παραβίαση του ά. 5 ΕΣΔΑ για την προσωπική ελευθερία και ασφάλεια λόγω της μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας σύλληψης και προσωρινής κράτησης, φαινόμενο που τείνει να καταστεί επικίνδυνο στα πλαίσια της αυθαιρεσίας των δυνάμεων καταστολής. Η κατάσταση αυτή εκτραχύνεται, καθώς από μέτρο που επιβάλλεται σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις έχει μετατραπεί σε «προκαταβολική έκτιση ποινής» κατά απόλυτη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.    

 

Σημειώνοντας τις καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Zelilof v. Greece, της 24 /5 /2007, Dougoz v. Greece, της 06 /06 /2006, Bekos and Koutropoulos v. Greece, της 13 /12 /2005 σχετικά με   παραβιάσεις του ά. 3 ΕΣΔΑ (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης), καθώς και της Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Απαγόρευση των Βασανιστηρίων, Απάνθρωπης και Εξευτελιστικής Μεταχείρισης της 20 /12 /2006).

  

Αντιδρώντας στις απόπειρες ηθικής και νομικής δικαιολόγησης, αλλά και συγκάλυψης οιασδήποτε μορφής βασανισμού και παράνομης βίας.

 

Ψέγοντας τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης ανά την ελληνική επικράτεια.

 

Καταδικάζοντας απερίφραστα την πρόσφατη αντισυνταγματική, ρατσιστική και παραβιάζουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου πρακτική της Ελληνικής Αστυνομίας που αποτελεί στίγμα για την ελληνική πολιτεία και την ελληνική δικαιοσύνη.

 

Θεωρεί απαραίτητη την άμεση λήψη των ακόλουθων μέτρων:

 

  1. I. Απαιτούμε την ανεξαίρετη και καθολική συμμόρφωση με την αρχή της απόλυτης απαγόρευσης κάθε είδους βασανιστηρίων και σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης και χρήσης παράνομης βίας.

 

  1. II. Προβάλλουμε ως επιβεβλημένη την άμεση απόταξη όλων των εμπλεκομένων και ανεξαρτήτως βαθμού από το Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, θεωρώντας αυτονόητη την εξάντληση της αυστηρότητας στα πρόσωπά τους.
  2. III. Ζητούμε την διενέργεια αμερόληπτων και ουσιαστικών ~και όχι εικονικών~ ενόρκων διοικητικών εξετάσεων και την άμεση και χωρίς χρονοτριβές προσαγωγή των εμπλεκομένων ενώπιον της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης.

 

  1. IV. Ζητούμε την άμεση καταβολή δίκαιων αποζημιώσεων για την ηθική βλάβη, προσμετρωμένου και του νεαρού της ηλικίας των θυμάτων, αλλά και για την υλική βλάβη που έχουν υποστεί τα θύματα των παρανόμων, παράτυπων και απάνθρωπων ενεργειών.