ΕΔΔΑ: Κινδυνεύει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-17.2.2003


Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου


ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Στο Συμβούλιο της Ευρώπης έχει εγερθεί ένα πολύ σοβαρό θέμα. Πρόκειται για το γεγονός ότι συζητείται σοβαρά ο περιορισμός των ατομικών προσφυγών σχεδόν μέχρι κατάργησής του ένδικου αυτού μέσου, το οποίο θεωρήθηκε επαναστατικό όταν πρωτοεισήχθη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και με την εξέλιξη που έλαβε απέβη ένα ισχυρότατο μέσο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών της Ευρώπης. Αρκεί να λάβει υπ’ όψη του κανείς ότι, σε 52 χρόνια λειτουργίας του, οι διακρατικές προσφυγές που έχουν ως τώρα δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό είναι συνολικά 12, ενώ οι ατομικές πολλές χιλιάδες.
Η ήδη υπάρχουσα φοβερή υπερφόρτιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου οι εκκρεμείς υποθέσεις αυξάνονται κατά 1.000 κάθε μήνα, σε συνδυασμό με άλλα σοβαρά προβλήματα που γέννησε η προ ολίγων ετών απότομη αύξηση των Κρατών-Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, συνεπώς και των μελών του Δικαστηρίου με την προσθήκη δικαστών - χωρίς εμπειρία στην εκδίκαση υποθέσεων δικαιωμάτων του ανθρώπου και δη σε ξένη γλώσσα - αλλά και η ταυτόχρονη κατάργηση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οδήγησαν το Δικαστήριο σε αδιέξοδο.
Στο Συμβούλιο της Ευρώπης συστήθηκε μια «Ομάδα Μελέτης για την ενίσχυση του μηχανισμού προστασίας των ατομικών προσφυγών» (Reflection Group on the Reinforcement of the Human Rights Protection Mechanism), η οποία συνέταξε σχετικό ερωτηματολόγιο για την εξεύρεση τρόπων ενίσχυσης της ατομικής προσφυγής και συγχρόνως ελάφρυνσης του δυσβάσταχτου έργου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).
Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ), που έχει συμβουλευτική ιδιότητα στο Συμβούλιο της Ευρώπης, συνέταξε έγγραφη απάντηση στο ερωτηματολόγιο του Reflection Group, η οποία νομίζουμε ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι δίνει μια συνολική εικόνα των σχετικών προβλημάτων και συγχρόνως προτείνει λύσεις . Την απάντησή μας αυτή, που φέρει ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 2003, αναγράφουμε παρακάτω:

«ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΓΓΎΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

…………………………


«Ως Μη Κυβερνητική Οργάνωση με συμβουλευτικό καθεστώς στο Συμβούλιο της Ευρώπης, θεωρούμε καθήκον μας να συμμετάσχουμε στη διαδικασία διαβουλεύσεων που επιχειρούνται μεταξύ αφ’ ενός μεν του CDDH-GDR, αφ’ ετέρου δε των ΜΚΟ και των εθνικών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκφράζουμε την ελπίδα ότι η συνάντηση που θα λάβει χώρα στις 17-18 Φεβρουαρίου 2003 στο Στρασβούργο θα συνεισφέρει σημαντικά στη συζήτηση αυτών των κρίσιμων ζητημάτων για το Ευρωπαϊκό Σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίον αποτελεί, επιπλέον, πρότυπο για το δικαστικό έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν στη συνέχεια εισαγάγει διάφορες διεθνείς συμβάσεις.

«Θα θέλαμε να δώσουμε εξ αρχής μεγάλη έμφαση στο ότι το δικαίωμα της ατομικής προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του μηχανισμού προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης και θα πρέπει να διατηρηθεί ως έχει. Αλλιώς, κάθε συζήτηση για τις εγγυήσεις της μακροπρόθεσμης αποτελεσματικότητας του Δικαστηρίου δεν θα είχε κανένα νόημα. Πραγματικά, κάθε περιορισμός στο δικαίωμα άσκησης ατομικής προσφυγής θα κατέφερε ένα χτύπημα εναντίον αυτού που αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα στο χώρο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Επιπλέον, η νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία, σχεδόν εξ ολοκλήρου, βασίζεται σε ατομικές προσφυγές, έχει ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση κοινών κανόνων στα Κράτη-Μέλη σχετικά με το περιεχόμενο και την εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προστατεύονται από τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της, αποτελώντας έτσι ένα αποτελεσματικό μέσο ενοποίησης του συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Ευρωπαϊκές χώρες και ενδυνάμωσης του ίδιου του ευρωπαϊκού πνεύματος. Αντίθετα, ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης ατομικής προσφυγής θα έβαλε εναντίον αυτής της ενότητας πνεύματος στην Ευρώπη και μάλιστα σε μια χρονική περίοδο που αυτή είναι απολύτως αναγκαία.
Παρακάτω απαντάμε στα τεθέντα ερωτήματα.

Α. Πρόληψη των παραβιάσεων σε εθνικό επίπεδο και βελτίωση των εθνικών μέσων.

Η υιοθέτηση μέτρων για την αντιμετώπιση των βασικών αιτίων που προκαλούν υπερφόρτιση του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα θεμελιώδους σημασίας. Τέτοια μέτρα θα ήταν:

1. Η δημοσίευση και διάδοση της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του Δικαστηρίου και η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των εθνικών δικαστηρίων και δικηγόρων.

Το ΙΜΔΑ πιστεύει ότι πρέπει να επεκταθεί η διάδοση της νομολογίας του Δικαστηρίου και η πληροφόρηση των εθνικών δικαστηρίων και των δικηγόρων σχετικά με τη νομολογία αυτή. Αυτό απαιτεί, ιδιαίτερα, συνεχή και συστηματική επιμόρφωση των δικαστών και δικηγόρων. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να διασφαλίζει κάθε Κράτος-Μέλος τη δημοσίευση μεταφράσεων των αποφάσεων και κρίσεων του Δικαστηρίου στην εθνική του γλώσσα, τουλάχιστον αυτών που σχετίζονται με το Κράτος αυτό, αλλά και άλλων σημαντικών εξελίξεων που σχετίζονται με τη νομολογία του Δικαστηρίου.

2. Η διεύρυνση του ρόλου του Αρμοστή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ιδίως στην πρόληψη των επαναλαμβανόμενων υποθέσεων ομοίου αντικειμένου (repetitive cases).

Το ΙΜΔΑ θεωρεί ότι ο Αρμοστής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου μπορεί να παίξει ένα πιο ενεργό ρόλο στην πρόληψη των επαναλαμβανόμενων περιπτώσεων ομοίου αντικειμένου καθώς και των νέων παραβάσεων (βλ. π.χ. υπ’ αριθμ. 1/2002 γνωμοδότησή του σχετικά με την παρέκκλιση του Ηνωμένου Βασιλείου από το άρθρο 5 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου). Πράγματι, η εντολή του περιλαμβάνει και τη διαπίστωση πιθανών ελλείψεων στη νομοθεσία και πρακτική των Κρατών-Μελών που αφορούν τη συμμόρφωσή τους με τα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως αυτά ενσωματώνονται στα κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης, την προώθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής των αρχών αυτών από τα Κράτη Μέλη και την παροχή συνδρομής στα Κράτη αυτά, με τη συναίνεσή τους, στις προσπάθειές τους να καλύψουν τις ελλείψεις αυτές (άρθρο 3 εδ. f του υπ’ αριθμ. 99 (50) Κανονισμού της Επιτροπής των Υπουργών). Έτσι, ο Αρμοστής θα μπορούσε να αναλάβει συστηματικά ευρύτερη δράση σε σχέση με τα διαρθρωτικά προβλήματα των Κρατών Μελών που προκαλούν τις προσφυγές, αφ’ ενός επισημαίνοντας τα συγκεκριμένα ζητήματα και, αφ’ ετέρου, παρέχοντας συμβουλές και συνδρομή ως προς τα μέσα για την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Η υποβολή γνωμοδοτήσεων σχετικών με τη μη-συμμόρφωση των εθνικών νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων με την ΕΣΔΑ θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη σ’ αυτόν τον τομέα, προλαβαίνοντας επίσης τυχόν μελλοντικές παρόμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις σε άλλα Κράτη. Φυσικά, η διεύρυνση αυτή της δραστηριότητας του Αρμοστή θα απαιτήσει επαύξηση του ανθρώπινου δυναμικού και των πόρων του Γραφείου του.

3. Η υιοθέτηση ή ενίσχυση αποτελεσματικών εθνικών μέτρων, συνταγματικών ή άλλων, καθώς και μέτρων αποκατάστασης για τις παραβιάσεις που διαπιστώνονται από τις εθνικές αρχές.

Παρ’ όλο που το ΙΜΔΑ υποστηρίζει την ενίσχυση των αποτελεσματικών μέτρων σε εθνικό επίπεδο, μέσω της ενίσχυσης της εφαρμογής των αρχών της Σύμβασης από τα εθνικά δικαστήρια και μέσω της αντιμετώπισης των διαρθρωτικών προβλημάτων, έτσι ώστε να μειωθεί σημαντικά η ανάγκη για προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, είμαστε, ωστόσο, αντίθετοι σε ένα μηχανισμό δια του οποίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα επέστρεφε στα εθνικά δικαστήρια τις επαναλαμβανόμενες προσφυγές ομοίου αντικειμένου. Όπως σημειώσαμε ήδη, το δικαίωμα άσκησης ατομικής προσφυγής πρέπει να διατηρηθεί πλήρως.



Β. Βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαλογής («φιλτραρίσματος») και της ακολουθούσας επεξεργασίας των προσφυγών.

Τα παρακάτω μέτρα έχουν ανάγκη μελέτης:

1. Διαδικασία διαλογής («φιλτραρίσματος»): μοναδικός δικαστής ή τριμελής επιτροπή διαλογής («φιλτραρίσματος»); Αρμοδιότητα απόφασης στις προφανώς επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις ομοίου αντικειμένου (repetitives cases).

Το ΙΜΔΑ αντιδρά με σκεπτικισμό στην ανάθεση της διαδικασίας διαλογής σε έναν μοναδικό δικαστή, θα υποστήριζε όμως τη δημιουργία τριμελούς επιτροπής διαλογής, συντεθειμένη, κατά προτίμηση, από ένα δικαστή και δύο Παρέδρους (maîtres de requêtes) με ρόλο αντίστοιχο με αυτό των Παρέδρων του Συμβουλίου Επικρατείας (βλ. παρακ. υπό Β αρ.4β). Η ίδια επιτροπή θα μπορούσε να επιφορτιστεί με την πρόσθετη αποστολή να αποφαίνεται στις προφανώς επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις ομοίου αντικειμένου, με βάση μια νομολογία που έχει ήδη παγιωθεί.

2. Εξέταση ή μη από το Δικαστήριο των υποθέσεων που δεν θίγουν «ουσιώδη ζητήματα» με βάση τη Σύμβαση.

Το ΙΜΔΑ αντιτίθεται σθεναρά στην πρόταση να μην εξετάζει λεπτομερώς το Δικαστήριο προσφυγές οι οποίες «δεν θίγουν ουσιώδη ζητήματα» με βάση τη Σύμβαση. Η ίδια η Σύμβαση δεν θέτει καμία ιεραρχία των δικαιωμάτων που προστατεύονται από αυτήν. Υπό την έννοια αυτή, όλες οι προσφυγές που στηρίζονται σε παραβάσεις της ΕΣΔΑ και δεν είναι εμφανώς απαράδεκτες, θίγουν «ουσιώδη ζητήματα». Επιπλέον, σύμφωνα με τη Σύμβαση, οποιοδήποτε άτομο που υπάγεται στη δικαιοδοσία ενός Κράτους-Μέλους έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ισχυριζόμενο παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος σύμφωνα με τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί στο παρελθόν με παρόμοιο θέμα δεν θα πρέπει να επηρεάζει το δικαίωμα του ατόμου να προσφεύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και το δικαίωμα του Δικαστηρίου να μεταβάλει τη θέση του στο μέλλον. Εν πάση περιπτώσει, η έννοια «ουσιώδη ζητήματα» είναι από μόνη της αόριστη και ανοιχτή σε παρερμηνείες.

3. Αύξηση των συντρεχόντων όρων παραδεκτού της προσφυγής ή αύξηση των λόγων απαραδέκτου.

Παρομοίως, το ΙΜΔΑ είναι αντίθετο με οποιαδήποτε αύξηση των συντρεχόντων όρων παραδεκτού, η οποία δημιουργεί ιεραρχία μεταξύ των διαφόρων δικαιωμάτων που προστατεύονται από τη Σύμβαση. Έννοιες όπως «σοβαρή ζημία» και «σοβαρό ερώτημα» είναι εξ ορισμού αόριστες και υπόκεινται σε κατάχρηση.

4. Αύξηση του αριθμού των δικαστών του Δικαστηρίου. Εισαγωγή του θεσμού των Παρέδρων του Δικαστηρίου.

· α) Το ΙΜΔΑ τάσσεται υπέρ της αύξησης του αριθμού των τμημάτων του Δικαστηρίου όπως και της αύξησης του αριθμού των δικαστών.
· β) Προτείνουμε περαιτέρω να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην εισαγωγή του θεσμού των Παρέδρων -maîtres de requêtes, κατά την ορολογία του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας – οι οποίοι επιτελούν λειτουργίες διαφορετικές από αυτές που ασκούν οι πραγματογνώμονες. Οι Πάρεδροι θα προετοιμάζουν την υπόθεση και θα συμμετέχουν στις διασκέψεις χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σε κάθε περίπτωση θα είναι πολύ χρήσιμοι στην προκαταρκτική διαδικασία διαλογής («φιλτραρίσματος») των προσφυγών. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο θεσμός των Παρέδρων συνεισέφερε σημαντικά στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των ανώτερων διοικητικών δικαστηρίων σε πολλά Κράτη-Μέλη, όπως στο Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας και της Ελλάδας. Η παραπάνω πρόταση, ωστόσο, απαιτεί περαιτέρω σκέψη.
· γ) Το ΙΜΔΑ κρίνει επίσης ότι η εγκαθίδρυση γενικών εισαγγελέων θα απέβαινε επίσης χρήσιμη, όπως φαίνεται να αποδεικνύει η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (του Λουξεμβούργου).

5. Ενίσχυση του Δικαστηρίου με εθνικούς δικαστές και δικηγόρους

Το ΙΜΔΑ είναι υπέρ της ενίσχυσης των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού της Γραμματείας, ακόμη και μέσω απόσπασης εθνικών δικαστών και δικηγόρων. Υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας, αυτό θα βοηθούσε περαιτέρω στην πληροφόρηση σχετικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου σε εθνικό επίπεδο.



Γ. Βελτίωση και επιτάχυνση της εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου.

1. Προτάσεις για τη βελτίωση και την επιτάχυνση της εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου.

Το ΙΜΔΑ θα ήθελε να κάνει τις ακόλουθες προτάσεις επί του ανωτέρω θέματος:
· α) Ενίσχυση του ρόλου της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης κατά την παρακολούθηση της εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ. Ο υπ’ αριθμ. 1226 (2000) Κανονισμός της Συνέλευσης παρέχει μια καλή βάση για μια τέτοια δράση, η οποία θα μπορούσε να γίνει περισσότερο συστηματική. Η πείρα δείχνει ότι η Συνέλευση είναι λιγότερο επιρρεπής σε πολιτικές σκοπιμότητες από ό,τι η Επιτροπή των Υπουργών.
· β) Ρητή εξασφάλιση της δυνατότητας να κατάσχονται περιουσιακά στοιχεία του Κράτους για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που το Κράτος παραβίασε τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της.


2. Εφαρμογή της υπ’ αριθμ. R (2000) 2 Σύστασης για την επανεξέταση κάποιων περιπτώσεων σε εθνικό επίπεδο.

Το ΙΜΔΑ υποστηρίζει την πλήρη εφαρμογή της υπ’ αριθ. R (2000) 2 Σύστασης σχετικά με το εκ νέου άνοιγμα ή την επανεξέταση ορισμένων υποθέσεων σε εθνικό επίπεδο.


3. Erga omnes ισχύς των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Διορθωτικά μέτρα υποδεικνυόμενα από το Δικαστήριο

Το ΙΜΔΑ δεν θεωρεί ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου πρέπει να ισχύουν erga omnes. Ωστόσο, η πρόταση να αναφέρει το Δικαστήριο στις αποφάσεις του οποιαδήποτε διαπιστωμένα διαρθρωτικά προβλήματα και να υποδεικνύει πιθανά διορθωτικά γενικότερα μέτρα θα μπορούσε να συνεισφέρει σημαντικά στη μείωση των περιπτώσεων που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη με όμοιο αντικείμενο.

4. Μέσα πίεσης των Κρατών-Μελών προκειμένου να εκτελούν τις αποφάσεις του Δικαστηρίου

Το ΙΜΔΑ είναι υπέρ της εγκαθίδρυσης ενός συστήματος επιβολής προστίμων για κάθε μέρα που δεν εκτελούνται οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ως επιπρόσθετο μέσο πίεσης.

5. Ενίσχυση των πόρων (ανθρώπινου δυναμικού και υλικών) του Τμήματος Εκτέλεσης αποφάσεων του Δικαστηρίου

Το ΙΜΔΑ τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης των πόρων του Τμήματος εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση συστηματικών προβλημάτων, αφού έτσι θα μπορούσε να δοθεί έμφαση στην επίλυση του βασικού προβλήματος σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της αποκατάστασης της βλάβης του συγκεκριμένου θύματος.»



Το παραπάνω έγγραφο εστάλη στο Συμβούλιο της Ευρώπης, λήφθηκε υπ’ όψη κατά τις Συνεδριάσεις των 17 και 18 Φεβρουαρίου 2003 και ενσωματώθηκε στο σχετικό σώμα προτάσεων για το σοβαρό αυτό θέμα.
Οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε οριστικές αποφάσεις-προτάσεις. Ωστόσο μερικές από αυτές φαίνεται ότι οριστικοποιούνται, όπως η σημαντική υπό Γ’ 1, β πρόταση, για τη δυνατότητα κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του Κράτους.

Στο σημείο αυτό σκόπιμο θεωρώ να προσθέσω κάποια παρατήρηση που αφορά την ελληνική πρακτική τη σχετική με τη χρήση της ατομικής προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Ελλάδα (πιθανώς και σε άλλες χώρες).
Οι δικηγόροι έχουν μετατρέψει την προσφυγή αυτή - που τόσο χρήσιμη αποδείχθηκε στην αλλαγή της νομολογίας αλλά και της νομοθετικής ρύθμισης σοβαρών προβλημάτων των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - σε «τακτικό» ένδικο μέσο 4ου βαθμού για όλες σχεδόν τις υποθέσεις που χάνουν στον ¶ρειο Πάγο η στο Συμβούλιο της Επικρατείας, έστω και αν η πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι στο συγκεκριμένο θέμα σαφώς αποθαρρυντική.
Έτσι συντελούν στο αδιέξοδο, που μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση γενικά της ατομικής προσφυγής.
Δεν θα ήταν άσκοπο αν ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών προκαλούσε, με δημόσια συζήτηση ή άλλο τρόπο, την προσοχή των δικηγόρων στο όλο θέμα, αλλά και στο παραπάνω ειδικά.
Φέρουμε όλοι ευθύνη για να περισωθεί το ευρωπαϊκό αυτό ένδικο μέσο, το οποίο είναι ευεργετικότατο αν γίνεται σωστή και με μέτρο χρήση του.


Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου

ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

 

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ) συμμετείχε στη σύνοδο της Διάσκεψης των Διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων με συμμετοχικό καθεστώς στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Η σύνοδος έλαβε χώρα στο Στρασβούργο στις 27-30 Ιανουαρίου 2014 και εξέτασε μια σειρά θεμάτων σε επίπεδο ομάδων εργασίας και επιτροπών. Το ΙΜΔΑ, η μόνη ΜΚΟ με έδρα την Ελλάδα που συμμετείχε στη σύνοδο, συνέδραμε ενεργά στη διαμόρφωση των θέσεων της Διάσκεψης των Διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων σχετικά με την καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας και τη διάχυση των Κατευθυντήριων αρχών του ΟΗΕ για την ακραία φτώχεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις οποίες υιοθέτησε το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2012.

Επιπλέον, το ΙΜΔΑ συνδιαμόρφωσε την τελική διατύπωση της Σύστασης «Η βία με βάση το φύλο ως πολιτικό όπλο», συμμετείχε στη συνεδρίαση της Επιτροπής για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και τις παγκόσμιες προκλήσεις και κατέθεσε τις απόψεις του για την ενίσχυση του συντονισμού της δράσης των ΜΚΟ στο Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος, το ΙΜΔΑ καταθέτοντας τις εμπειρίες του στην καταπολέμηση των διακρίσεων και στην προστασία των ευάλωτων ομάδων συνέδραμε στη διαμόρφωση του προγραμματισμού της Ομάδας Εργασίας “Living together”.

Οι εργασίας της Διάσκεψης των Διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων με συμμετοχικό καθεστώς στο Συμβούλιο της Ευρώπης και τα τελικά κείμενα είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα http://www.coe.int/T/NGO/default_en.asp