Το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αντικατέστησε την Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, «γεννήθηκε» στις 15 Μαρτίου 2006, όταν η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε το ψήφισμα 60/251, με 170 κράτη υπέρ του ψηφίσματος, 4 κατά, και τρία να απέχουν από την ψηφοφορία.

Με το ψήφισμα 60/251, η Γενική Συνέλευση αποφάσισε ότι το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα αποτελείται από 47 Κράτη-Μέλη (13 μέλη από τα αφρικανική κράτη, 13 από τα ασιατικά, 6 από τα ανατολικοευρωπαϊκά, 8 από τα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, και 7 από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης και τα λοιπά κράτη).

Στην πέμπτη του Σύνοδο, στις 19 Ιουνίου 2007, το Συμβούλιο υιοθέτησε Προεδρικό Κείμενο με τίτλο «Το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών: Η δημιουργία των θεσμών», το οποίο εκθέτει τη βασική δομή των νέων μηχανισμών του Συμβουλίου.

Σύμφωνα με το Προεδρικό Κείμενο, ο Οικουμενικός Περιοδικός Μηχανισμός Επανεκτίμησης πρέπει να συμπληρώνει και όχι να αντιγράφει άλλους μηχανισμούς προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στόχος του μηχανισμού μεταξύ άλλων, είναι να βελτιώνει την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τρόπο ουσιαστικό και να ενισχύει την τεχνική υποστήριξη των κρατών. Η σειρά της Επανεκτίμησης πρέπει να αντικατοπτρίζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της οικουμενικότητας. Η περιοδικότητα του πρώτου κύκλου επανεκτίμησης ορίζεται ανά τέσσερα έτη. Η διάρκεια της επανεκτίμησης θα είναι τρίωρη και το κράτος το οποίο αφορά η εκτίμηση, τα κράτη-μέλη αλλά και κράτη-παρατηρητές θα μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους για το αποτέλεσμα της εκτίμησης πριν τη λήψη μέτρων από την απαρτία. Αξιολογώντας το αποτέλεσμα της εκτίμησης, το Συμβούλιο θα αποφασίζει αν και πότε θα χρειαστεί κάποιο ειδικό follow-up.

Αναφορικά με τις Ειδικές Διαδικασίες, ο διορισμός των αρμοδίων πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας των φύλων, της δίκαιης γεωγραφικής αντιπροσώπευσης, καθώς και μιας αναλογικής εκπροσώπησης διαφορετικών νομικών συστημάτων, και η θητεία τους να μην υπερβαίνει τα έξι έτη.

Η Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αποτελείται από 18 ειδικούς, θα λειτουργεί σαν δυναμικό εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου και θα εργάζεται σε αυτή την κατεύθυνση. Η θητεία των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής θα είναι τριετής με μόνο μία δυνατότητα επανεκλογής.

Καθιερώνεται μια διαδικασία υποβολής προσφυγών ώστε να καταγγέλλονται σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και υπό οιεσδήποτε συνθήκες. Το ψήφισμα του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου 1503 της 27ης Μαΐου 1970, όπως αναθεωρήθηκε το 2000, χρησίμευσε σαν βάση και βελτιώθηκε όπου κρίθηκε απαραίτητο, ώστε να εγγυάται την αντικειμενικότητα, αμεροληψία, αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, αλλά και την έγκαιρη ολοκλήρωσή της και το σεβασμό προς τα θύματα των παραβιάσεων. Η διαδικασία διατηρεί τον εμπιστευτικό της χαρακτήρα. Δύο διαφορετικές Ομάδες Εργασίας θα οργανωθούν με αποστολή να εξετάζουν τις αιτήσεις-προσφυγές και να παραπέμπουν στο Συμβούλιο περιπτώσεις διαπιστωμένων σοβαρών παραβιάσεων. Η χρονική διάρκεια ανάμεσα στην κοινοποίηση στο Κράτος της προσφυγής και την αξιολόγησή της από το Συμβούλιο δεν θα υπερβαίνει τους 24 μήνες.

Η agenda του Συμβουλίου περιέχει ζητήματα που χρήζουν της προσοχής του, όπως την Οικουμενική Περιοδική Επανεκτίμηση, την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Παλαιστίνη και άλλα κατεχόμενα αραβικά εδάφη, το ρατσισμό, την ρατσιστική διάκριση, την ξενοφοβία και σχετικές μορφές μη-ανοχής, την παρακολούθηση και εφαρμογή της Διακήρυξης και του Προγράμματος Δράσης του Durban.

Οι μέθοδοι εργασίας σύμφωνα με το ψήφισμα 60/251 της Γενικής Συνέλευσης πρέπει να είναι διαφανείς, αμερόληπτες, δίκαιες ώστε τα πορίσματά τους να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, περιεκτικότητα και συνοχή. Στο πλαίσιο των εργασιών του Συμβουλίου, όποιοι αποσκοπούν σε ένα ψήφισμα σχετικό με ένα κράτος, οφείλουν να διασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή υποστήριξη για τις πρωτοβουλίες τους (κατά προτίμηση 15 μέλη).

Τέλος, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες λειτουργίας του Συμβουλίου, αυτό θα πρέπει να συγκαλείται τακτικά κατά τη διάρκεια του έτους και οι προγραμματισμένες σύνοδοί του να μην είναι λιγότερες από τρεις ανά έτος, συμπεριλαμβανόμενης και μιας κύριας συνόδου. Επιπλέον, προβλέπονται και έκτακτες σύνοδοι, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατόπιν αίτησης ενός κράτους με την υποστήριξη του ενός τρίτου των μελών του συμβουλίου.