CONSEIL DES DROITS DE L’HOMME DES NATIONS UNIES

12ème session 14 septembre 2009 – 2 octobre 2009 

Intervention de la Fondation Marangopoulos pour les droits de l’homme (MFDH) sur la peine de mort

            Dans presque tous les pays du monde, de toute sorte de race, religion ou civilisation, etc., la peine de mort a été une peine consacrée par la loi dans un passé lointain ou proche. Ce n’est qu’après la Deuxième Guerre mondiale qu’une tendance toujours plus organisée a mis en cause cette peine. Il s’agissait d’une lutte difficile qui a progressivement porté ses fruits. Ainsi, aujourd’hui nombreux sont les pays qui ont déjà aboli la peine capitale.

            En revanche, d’autres continuent à la prévoir dans leur code pénal national parmi lesquels cependant quelques uns ne l’appliquent pas depuis plusieurs années. La lutte contre la peine de mort (p. m.) sous la forme d’application d’un moratoire concerne ces deux dernières catégories de pays. Le moratoire sur l’application de la p. m. est universellement promu et approuvé par l’Assemblée générale des Nations Unies en 2007 et en 2008<A " title="" href="http://www.mfhr.gr/admin/editor/editor.asp#_ftn1" name=_ftnref1>[1]. Le moratoire constitue une étape favorable vers l’abolition définitive et générale de la p. m.

            La FMDH a toujours été négative sur la p. m. et, par conséquent, unit sa voix à l’adoption et à l’application de ce moratoire. Toutes les recherches approfondies sur la p. m. ont prouvé que l’application de cette peine ne diminue pas la criminalité. Au contraire, elle ensauvage les mœurs parce qu’elle fait apparaître l’Etat employer comme peine une action pour laquelle le criminel est condamné à mort ; en plus, la p. m. exclut la possibilité de corriger les erreurs judiciaires qui ne peuvent que découler de la nature de la justice humaine.

            Un point qui nous semble digne d’être tout particulièrement souligné est l’exécution de la p. m. par des méthodes qui constituent des tortures ou traitements cruels, inhumains ou dégradants. Nous commençons par la longue attente du condamné jusqu’au moment de son exécution qui a été qualifiée par la Cour européenne des droits de l’homme comme torture et par conséquent non applicable (Affaire Soering c. Royaume-Uni, arrêt du 7 juillet 1989, par. 111), puisque le droit de ne pas subir une torture est absolu et non susceptible d’aucune exception. En effet, le droit international des droits de l’homme actuel (articles 4 § 2 et 7 du Pacte international relatif aux droits civils et politiques et article 2 § 2 de la Convention internationale contre la torture et autres peines ou traitements cruels inhumains ou dégradants) exclue absolument le recours à de tortures – même dans le cas où un danger public exceptionnel menace lexistence de l’Etat lui-même –.

            Il existe encore d’autres méthodes extrêmement inhumaines d’exécution de la p. m. qui, dans le passé lointain, ont été appliquées presque par tous les pays. L’exécution de la p. m. accompagnée d’une grande variété de tortures était même un spectacle d’amusement sauvage auquel assistait le peuple. Or toute exécution accompagnée de telles méthodes doit être absolument abolie. Même si elle est prévue par la loi nationale, elle constitue incontestablement une violation d’une règle fondamentale du droit international des droits de l’homme que nous venons de mentionner et des principes basilaires du droit humanitaire[2].

            Nous croyons digne d’être noté que la p. m. exécutée par des tortures viole souvent un autre droit humain actuel, celui de l’égalité des sexes sans aucune discrimination. En effet, il existe des actes pour lesquels les femmes subissent une p. m. cruelle et inhumaine, par exemple la lapidation, cependant que les hommes qui participent aux mêmes actes comme auteurs ou complices ne sont pas punis (p. ex. adultère, père d’enfants hors mariage etc.).

Nous terminons en soulignant que les deux Rapporteurs spéciaux de l’ONU, MM. Theo Van Boven et Manfred Nowak, qui ont étudié successivement le sujet de l’exécution de la p. m. par la torture ont pris une position négative[3], analogue à celle soutenue par nous[4], demandant l’abolition absolue de toute espèce de torture qui accompagne l’exécution capitale.

            Nous espérons qu’à cette injustice mettra fin le système mondial de cohérence qui vient d’être créé par l’Assemblée générale et dont la fondation nous saluons avec joie et espoir[5].

 


<A " title="" href="http://www.mfhr.gr/admin/editor/editor.asp#_ftnref1" name=_ftn1>[1] A/RES/62/149 (18 décembre 2007) et A/RES/63/168 (18 décembre 2008), intitulées « Moratoire sur l’application de la peine de mort ».

[2] Pour l’interdiction de la torture comme règle de jus cogens, cf. Tribunal international pour l’ex-Yougoslavie, Chambre de première instance II, Procureur c. Furundzija, Affaire n° IT-95-17/1-T, jugement, 10 décembre 1998, par. 144 et ss. ; CourEDH, Grande Chambre, Affaire Al-Adsani c. Royaume-Uni, arrêt, 21 novembre 2001, par. 61.

[3] V. notamment E/CN.4/2003/68, Rapport du Rapporteur spécial sur la torture et autres peines ou traitements cruels, inhumains ou dégradants, Theo van Boven, 18 décembre 2002, et A/HRC/10/44, Rapport du Rapporteur spécial sur la torture et autres peines ou traitements cruels, inhumains ou dégradants, Manfred Nowak, 14 janvier 2009.

[4] V. A. Yotopoulos-Marangopoulos, « Peines inhumaines et dégradantes – Le point de vue des droits de l’homme », in Mélanges en l’honneur du Professeur Elias Daskalakis, Criminels et victimes au seuil du 21e siècle (en grec), Athènes, Editions Nomiki Bibliothiki, 2000, de la même auteur « L’internationalisation du phénomène criminel et de son contrôle » (en grec), in Revue Piniki Dikaiossini & Engklimatologia (Justice pénale & Criminologie), vol. 2, 2009.

[5] A/RES/63/311 (14 septembre 2009).

          Το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αντικατέστησε την Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, «γεννήθηκε» στις 15 Μαρτίου 2006, όταν η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε το ψήφισμα 60/251, με 170 κράτη υπέρ του ψηφίσματος, 4 κατά, και τρία να απέχουν από την ψηφοφορία.

Με το ψήφισμα 60/251, η Γενική Συνέλευση αποφάσισε ότι το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα αποτελείται από 47 Κράτη-Μέλη (13 μέλη από τα αφρικανική κράτη, 13 από τα ασιατικά, 6 από τα ανατολικοευρωπαϊκά, 8 από τα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, και 7 από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης και τα λοιπά κράτη).

Στην πέμπτη του Σύνοδο, στις 19 Ιουνίου 2007, το Συμβούλιο υιοθέτησε Προεδρικό Κείμενο με τίτλο «Το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών: Η δημιουργία των θεσμών», το οποίο εκθέτει τη βασική δομή των νέων μηχανισμών του Συμβουλίου.

Σύμφωνα με το Προεδρικό Κείμενο, ο Οικουμενικός Περιοδικός Μηχανισμός Επανεκτίμησης πρέπει να συμπληρώνει και όχι να αντιγράφει άλλους μηχανισμούς προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στόχος του μηχανισμού μεταξύ άλλων, είναι να βελτιώνει την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τρόπο ουσιαστικό και να ενισχύει την τεχνική υποστήριξη των κρατών. Η σειρά της Επανεκτίμησης πρέπει να αντικατοπτρίζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της οικουμενικότητας. Η περιοδικότητα του πρώτου κύκλου επανεκτίμησης ορίζεται ανά τέσσερα έτη. Η διάρκεια της επανεκτίμησης θα είναι τρίωρη και το κράτος το οποίο αφορά η εκτίμηση, τα κράτη-μέλη αλλά και κράτη-παρατηρητές θα μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους για το αποτέλεσμα της εκτίμησης πριν τη λήψη μέτρων από την απαρτία. Αξιολογώντας το αποτέλεσμα της εκτίμησης, το Συμβούλιο θα αποφασίζει αν και πότε θα χρειαστεί κάποιο ειδικό follow-up.

Αναφορικά με τις Ειδικές Διαδικασίες, ο διορισμός των αρμοδίων πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας των φύλων, της δίκαιης γεωγραφικής αντιπροσώπευσης, καθώς και μιας αναλογικής εκπροσώπησης διαφορετικών νομικών συστημάτων, και η θητεία τους να μην υπερβαίνει τα έξι έτη.

Η Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αποτελείται από 18 ειδικούς, θα λειτουργεί σαν δυναμικό εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου και θα εργάζεται σε αυτή την κατεύθυνση. Η θητεία των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής θα είναι τριετής με μόνο μία δυνατότητα επανεκλογής.

Καθιερώνεται μια διαδικασία υποβολής προσφυγών ώστε να καταγγέλλονται σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και υπό οιεσδήποτε συνθήκες. Το ψήφισμα του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου 1503 της 27ης Μαΐου 1970, όπως αναθεωρήθηκε το 2000, χρησίμευσε σαν βάση και βελτιώθηκε όπου κρίθηκε απαραίτητο, ώστε να εγγυάται την αντικειμενικότητα, αμεροληψία, αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, αλλά και την έγκαιρη ολοκλήρωσή της και το σεβασμό προς τα θύματα των παραβιάσεων. Η διαδικασία διατηρεί τον εμπιστευτικό της χαρακτήρα. Δύο διαφορετικές Ομάδες Εργασίας θα οργανωθούν με αποστολή να εξετάζουν τις αιτήσεις-προσφυγές και να παραπέμπουν στο Συμβούλιο περιπτώσεις διαπιστωμένων σοβαρών παραβιάσεων. Η χρονική διάρκεια ανάμεσα στην κοινοποίηση στο Κράτος της προσφυγής και την αξιολόγησή της από το Συμβούλιο δεν θα υπερβαίνει τους 24 μήνες.

Η agenda του Συμβουλίου περιέχει ζητήματα που χρήζουν της προσοχής του, όπως την Οικουμενική Περιοδική Επανεκτίμηση, την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Παλαιστίνη και άλλα κατεχόμενα αραβικά εδάφη, το ρατσισμό, την ρατσιστική διάκριση, την ξενοφοβία και σχετικές μορφές μη-ανοχής, την παρακολούθηση και εφαρμογή της Διακήρυξης και του Προγράμματος Δράσης του Durban.

Οι μέθοδοι εργασίας σύμφωνα με το ψήφισμα 60/251 της Γενικής Συνέλευσης πρέπει να είναι διαφανείς, αμερόληπτες, δίκαιες ώστε τα πορίσματά τους να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, περιεκτικότητα και συνοχή. Στο πλαίσιο των εργασιών του Συμβουλίου, όποιοι αποσκοπούν σε ένα ψήφισμα σχετικό με ένα κράτος, οφείλουν να διασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή υποστήριξη για τις πρωτοβουλίες τους (κατά προτίμηση 15 μέλη).

Τέλος, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες λειτουργίας του Συμβουλίου, αυτό θα πρέπει να συγκαλείται τακτικά κατά τη διάρκεια του έτους και οι προγραμματισμένες σύνοδοί του να μην είναι λιγότερες από τρεις ανά έτος, συμπεριλαμβανόμενης και μιας κύριας συνόδου. Επιπλέον, προβλέπονται και έκτακτες σύνοδοι, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατόπιν αίτησης ενός κράτους με την υποστήριξη του ενός τρίτου των μελών του συμβουλίου.      

Appeal

 

To:

1. The UN Secretary General, Mr Ban Ki-moon,New York

2. The UN High Commissioner for Human Rights, Ms Louise Arbour,Geneva, PalaisWilson

3. The President of the Human Rights Council, Mr Louis-Alfonso de Alba,Geneva, Palais des Nations

                The Marangopoulos Foundation for Human Rights, in consultative status with ECOSOC, on behalf of 132 other Greek organisations – the largest and most important ones – which had issued on 12 May 2005 an appeal for the non-dissolution of the historic UN Commission on Human Rights, has the honour to send you today, on 14 May 2007, the following document on behalf of the same organisations.

1. In our appeal dated 12 May 2005, we stressed, among other things, the absolute necessity of the Special Rapporteurs and the Independent Experts, the so-called special procedures, for the Commission on Human Rights, and our concern that the dissolution of the Commission on Human Rights could result in their abolition or the curtailment of their role.

2. Mr R. Orr, Assistant Secretary General for Policy Planning, replied to us on behalf of Mr Annan, in a letter dated 28 June 2005, inter alia, that these special procedures will not be affected.

3. At the Special General Assembly of the UN on 23-24 June 2005 in New York, our then representative, the journalist Mr Yiannis E. Diakoyiannis, registered an intervention by the MFHR, which included our request that the special procedures as well as the role of the NGOs in the new Council (if it is eventually created, which we deprecated for many reasons) should remain unaffected.

4. The conclusion of this Special General Assembly included pertinent assurances guaranteeing the position and the role of the special procedures.

5. The present appeal by the same 133 organisations is issued while negotiations in the Human Rights Council are still on-going regarding the revision – and probably the curtailment of the significance of the role and the efficacy – of the special procedures system. The revision is expected to be completed by 18 June 2007.

This new development is in absolute contradiction to the assurances given until now to the world and to us, the 133 Greek organisations, specifically.

6. We consider the Special Rapporteurs and the Independent Experts as the independent, unbiased, courageous and discerning eye upon international human rights developments. This is why we believe it is absolutely necessary that you keep your promises and do not affect this institution, either the number of the Special Rapporteurs and the Independent Experts or their competences or the importance of their role.

7. In the present period of human history, so critical for human rights, in which we live, we would consider that any blow to this institution constitutes an additional blow to human rights and against peace and democracy in the world.

For the above reasons,

We appeal once more that your assurances be respected, so that:

a. The Special Rapporteurs, the Independent Experts and/ or their competences and their role do not shrink numerically or substantially in the new Human Rights Council

b. On the contrary, that their important work receives more support and is enhanced with the necessary staff and the required financial resources.

c. The participation and the role of the NGOs which represent international civil society in the Human Rights Council should remain unaffected.

Athens, 14 May 2007

On behalf of the 133 organisations,

The Marangopoulos Foundation for Human Rights